Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010




Η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΕΣ ΜΕ ΝΕΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΒΙΟΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ.

Η Περιβαλλοντική Φιλοσοφία, ως κλαδος της φυσικής φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, ασχολήθηκε αρχικά  με την σχέση του ανθρώπου  με τον φυσικό κόσμο και ιδιαίτερα με τά άλλα έμβια όντα. Στη συνέχεια, στην τελευταία εικασαετία του 20ου αιώνα,  άρχισε να διευρύνει την θεματική της  και  και τα όρια της ηθικής της περνώντας απο τον κυρίαρχο ανθρωποκεντρισμό των νεωτέρων χρόνων σε έναν βιοκεντρισμό του μη ανθρώπινου κόσμου. Η νέα της θεματική την ανάγκασε να ενσωματώσει στο κύριο σώμα της και μια Περιβαλλοντική Ηθική και να θέσει ζητήματα και προβληματισμούς  που απαιτούσαν διεπιστημονική συνεργασία και μέ άλλους κλάδους των κοινωνικών και φυσικών  επιστημών  (την ψυχολογία, την βιολογία, την κοινωνιολογία, τη νομική επιστήμη, την θεολογία και την οικονομία). H «ζήτηση» για Ηθική θα πρέπει να νοηθεί ως ζήτηση για φυσική φιλοσοφία, που ώφειλε, στις νέες συνθήκες, να απαντήσει πολλά πρακτικά ηθικοπολιτικά ζητήματα, γεγονός που είχε ως συνέπεια την αποκατάσταση της πρακτικής φιλοσοφίας, με τη μορφή της Περιβαλλοντικής φιλοσοφίας και Ηθικής.

Η Περιβαλλοντική Ηθική, ως κλάδος της πρακτικής φιλοσοφίας και ως ακαδημαϊκό πεδίο, άρχισε να διαμορφώνεται στην δεκαετία του 70 του 20ου αιώνα,  όταν η περιβαλλοντική συζήτηση, αντιμέτωπη με τα μεγάλα προβλήματα επιβάρυνσης και καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος,   ανάγκασε τους φιλοσόφους να διαλογιστούν επάνω σε ηθικά ζητήματα και στις φιλοσοφικές πλευρές των περιβαλλοντικών προβλημάτων, δηλαδή με τις ηθικές σχέσεις των ανθρώπων με τον έμβιο και αβιοτικό κόσμο, διευρύνοντας το πεδίο της παραδοσιακής ηθικής ώστε να συμπεριλάβουν στους προβληματισμούς τους και τον μη ανθρώπινο κόσμο. Αρχικά η περιβαλλοντική Ηθική προσπάθησε  να διατυπώσει έναν κώδικα ηθικών αρχών που θα έπρεπε να διέπουν αυτές  τις σχέσεις, τα καθήκοντα, τις υποχρεώσεις και την ευθύνη μας σε σχέση με την υπόλοιπη βιόσφαιρα.

Στη συνέχεια με την ραγδαία ανάπτυξη των φυσικών επιστημών και ιδιαίτερα της μοριακής βιολογίας και των βιοεπιστημών γενικότερα, νέα προβλήματα και διλήμματα ήρθαν να προστεθούν που απαιτούσαν νέα διεπιστημονική, φιλοσοφική και ηθική  προσέγγιση. Στις μέρες μας η επιστήμη κατάφερε να υποκαταστήσει τη φύση και να επέμβει στους ζωντανούς οργανισμούς δημιουργώντας, τεχνητά, σειρές κλώνων ζώων και φυτών, ακόμη και νέα όντα απο γενετική άποψη. Η πίστη στη δυνατότητα διαμόρφωσης και βελτίωσης του ανθρώπινου μέλλοντος, με τη βοήθεια της βιοτεχνολογίας, έφερε σύντομα τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους αντιμέτωπους με πρωτόγνωρα φιλοσοφικά και ηθικά διλήμματα, που κάποτε αντιμετώπιζε η Φιλοσοφική Ανθρωπολογία.

Ο  I. Καντ διέκρινε στη Φιλοσοφική Ανθρωπολογία ανάμεσα στην Φυσική ανθρωπολογία και την Ανθρωπολογία απο πραγματολογική άποψη. Η τελευταία ώφειλε να ασχοληθεί με το ερώτημα του τι θα μπορούσε και θα έπρεπε να κάνει ο άνθρωπος τον εαυτό του. Αντίθετα η Φυσική ανθρωπολογία είχε ως αντικείμενο αυτό που συνιστά την ανθρώπινη φύση, που είναι δοσμένο απο τη φύση.  Η ανθρώπινη φύση μ’αυτή την έννοια , η φύση μας, είναι αυτό που είμαστε, δηλαδή το σώμα μας. Ο,τι είχε σχέση με την σωματικότητά μας εκλαμβανόταν μέχρι τώρα ως δεδομένο. Κάποιος γεννιόταν ως άντρας ή γυναίκα, με μια συγκεκριμένη κατασκευή και προδιάθεση για κάποιες ασθένειες. Το σώμα μπορούσε ανα πάσα στιγμή να εκδηλώσει κάποιες ασθένειες  που είχαν και τον συναισθηματικό τους αντίχτυπο, με τον οποίο ωφείλαμε να αντιπαλαίψουμε.
Το ίδιο ίσχυε και με ότι γεννιότανε απο την  σωματικότητά  μας, τα παιδιά μας. Τα παιδιά ερχόντουσαν είτε ως ευλογία είτε ως δοκιμασία . Μια προβληματική  σωματική κατάσταση των παιδιών ήταν προϊον της τύχης, το οποίο έπρεπε να το αντιμετωπίσουμε. Αυτή η δοκιμασία μας δυνάμωνε ταυτόχρονα..Επρεπε να υπερισχύσουμε της συναισθηματικής πρόκλησης. Το φορτίο πόνου γινόταν αφορμή για αυτοκυριαρχία και ισχυροποιημένο χαρακτήρα.
Τι θα μείνει στην εποχή μας απο τον άνθρωπο που ξέραμε, απο αυτό που θεωρούσαμε οτι είναι η φύση του, τώρα που φτάσαμε στην εποχή της τεχνητής αναπαραγωγικότητας ; Πως θα διαμορφώσουμε στο μέλλον την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και πως θα οικοδομήσουμε την αυτοεκτίμησή μας  όταν εξαφανιστεί η διαφορά ανάμεσα στη δοσμένη μας φύση και την μορφή που θα καθορίζεται απο μας, αφου θα έχουμε σβύσει την διάκριση ανάμεσα στην «δοσμένη»  φύση μας και τον ηθελημένο σχεδιασμό ;
Πως θα διατηρηθεί η αναπόφευκτη υπαρξιακή και βιωματική αίσθηση οτι «είμαι το σώμα μου» όταν η καρδιά μου και όλα τα άλλα σωματικά μου όργανα είναι αντικαταστάσιμα ; Τι θα συμβεί με την μητρότητα και την πατρότητα όταν η γέννηση των παιδιών και η σωματική τους υγεία δεν θα θεωρείται δεδομένη και δεν θα οφείλεται στο τυχαίο γεγονός της σύλληψης, αλλά η «ποιότητα» των παιδιών θα αποτελεί αποτέλεσμα προγενετικής διαγνωστικής και επιλογής των γονέων; 

Με  τις νέες δυνατότητες τεχνολογικής χειραγώγησης  της φυσικής αναπαραγωγικής ικανότητας των ανθρώπων η ανθρώπινη φύση, διαλύεται, στο βαθμό που «φύσικό»  σήμαινε το τυχαία δεδομένο. Κάθε άνθρωπος θα βρίσκεται αντιμέτωπος με το δίλημμα ανάμεσα στο δεδομένο και το σχεδιασμένο. Μέσω της τεχνολογικής αναπαραγωγικότητας της φύσης η «διάλυση» της φύσης, αυτό που ο άνθρωπος όφειλε να αποδεχτεί ως την «φύση» του, αλλάζει και δεν εξαρτάται απο το άν το σώμα του ή η φυσική του αναπαραγωγή είναι χειραγωγημένη/τροποποιημένη ή όχι. Απο τη στιγμή που τα τεχνολογικά/επιστημονικά μέσα είναι διαθέσιμα οι γονείς θα είναι πιά συνυπεύθυνοι για τα παιδιά τους, αφου απο αυτούς θα εξαρτάται ο προγενετικός έλεγχος, και τα όρια που θα αποφασίσουν να βάλλουν στη φύση. Η «ανθρώπινη φύση», που εθεωρείτο δεδομένη, έχει εγκαταλειφθεί οριστικά.

Με τις δυνατότητες της τεχνολογικής αναπαραγωγικότητας η ίδια η φύση χάνει τον προσδιορισμό της μέσω των αντιθέτων της (φύση/ τεχνική, φύση/κουλτούρα και πολιτισμός). Αυτό σημαίνει οτι η φύση ή ίδια θα πρέπει να νοηθεί πιά ως ένα πολιτισμικό προϊόν, ως «κοινωνικά δημιουργημένη φύση». Ο άνθρωπος μαζί μέ όλη την κουλτούρα του και τις τεχνολογικές του δυνατότητες όλο και πιο πολύ θα νοείται οτι ανήκει στην φύση. Η έννοια της φύσης θα ξαναποκτήσει την σημασία της ολότητας των όντων που είχε στην προσωκρατική φιλοσοφία. Η νέα περιβαλλοντική φιλοσοφία θα πλησιάσει την οντολογία ή «Πρώτη φιλοσοφία», με την έννοια του Αριστοτέλη, χωρίς όμως την δυνατότητα λογικής  παραγωγής ηθικών κανόνων. Οι κανονιστικές  και ηθικές διαφοροποιήσεις  και αποχρώσεις θα πρέπει να κατακτηθούν απο την Περιβαλλοντική Ηθική, στα πλαίσια μιας νέας επεξεργασίας της εννοιας της φύσης .
Σύμφωνα με τα μεταμοντέρνα και «κατασκευαστικά» παραδείγματα ο χωρισμός του ανθρώπου απο τη φύση διευρύνεται. Η ανθρώπινη φύση προβάλλει ανολοκλήρωτη και απροσδιόριστη για τη βιολογία. Μέχρι τώρα η ανθρώπινη γλώσσα, η επιστήμη και ο πολιτισμός όριζαν το         ανθρώπινο, τους σκοπούς και τα όρια του ανθρώπου. Η ταυτότητα ενός προσώπου εθεωρείτο οτι διαμορφώνεται απο το πολιτισμικό πλαίσιο  και όχι απο την φυσική εξέλιξη και την γενετική κληρονομιά. Αφου όμως η κουλτούρα είναι χωρικά και χρονικά προσδιορισμένη η «κατασκευαστική» θεωρία  υποστηρίζει οτι δεν υπάρχουν ουσιώδεις  κοινές ποιότητες του ανθρώπινου πολιτισμού ή της ανθρώπινης φύσης. Πρόκειται για άπειρες δυνατότητες  που αναδύονται απο συδυασμμούς περιβαλλοντικών, πολιτισμικών, κοινωνικών και γλωσσικών συνθηκών που ποικίλλουν και αλλάζουν στο χρόνο και το χώρο. Οι ανθρωπιστικές και οι μεταμοντέρνες  κοσμοαντιλήψεις διαφέρουν στο περιέχομενο που δίνουν στην ανθρώπινη φύση. Ομως οι συνέπειες τους συμπίπτουν στην άποψη ότι οι άνθρωποι είναι ιδαίτερα όντα, διαφορετικά απο τη φύση. Οι άνθρωποι διαθέτουν δικά τους ιδιαιτερα στοιχεία ενώ η φύση έρχεται δεύτερη και εξαρτάται απο την ανθρώπινη κατανόησή και τον χειρισμό της.

 Ανοιχτό παραμένει το ερώτημα αν και σε ποιό βαθμό ο τεχνητός άνθρωπος αποτελεί επίθεση και αμφισβήτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οσο για το νόημα της λέξης «αξιοπρέπεια» υπάρχουν πολλές και συγκρουόμενες προσεγγίσεις. Το πλάτος της έννοιας αρχίζει απο το έμβρυο και φτάνει μέχρι το ανθρώπινο γένος. Η έννοια επιδέχεται πολλαπλές χρήσεις όχι μόνο στο πεδίο της Ηθικής, αλλά και του δικαίου, ιδιαίτερα στο πεδίο της θεωρίας των πρακτικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με κεντρικό σημείο το δικαίωμα στη ζωή. Αυτό σημαίνει οτι οι νέες μορφές ειδών που θα προκύψουν απο τη γενετική μηχανική δεν είναι ούτε αυτονόητες ούτε αναντίρρητα θεμιτές. Εννοείται οτι όσες είναι πιο προσοδοφόρες βρίσκονται στο επίκεντρο της σχετικής έρευνας και των εμπορικών επιχειρήσεων, απειλώντας να μετατρέψουν τη γενετικά δημιουργημένη ζωή σε νέο «παράδειγμα» μιας νέας..οικονομικής  φύσης! Μορφές ζωής που υπόσχονται κέρδη θα δημιουργούνται, θα «πατεντάρονται» και θα αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης απο τις εταιρείες που θα ελέγχουν τη γενετική μηχανική, ενώ μορφές ζωής λιγότερο προσοδοφόρες δεν θα προσελκύουν το ενδιαφέρον της έρευνας..   Ζήτημα προς διερεύνηση παραμένει βέβαια και το άν μετά απο αυτή τη ριζική ανατροπή της πολιτισμικής  αυτοσυνείδησης του ανθρώπου και τη νέα διευρυμένη, εμπορεύσιμη έννοια της φύσης, θα πρέπει να αναμένονται ελπιδοφόρα αποτελέσματα για την πορεία της ανθρωπότητας.

Απο την έναρξη των γενετικών πειραμάτων διαρκεί έντονη η συζήτηση σχετικά με τις συνέπειες της νέας τεχνολογίας. Εντονα αμφισβητούμενες είναι οι πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχουν τα νέα είδη και υλικά στην βιόσφαιρα και τον άνθρωπο καθώς και τα οικονομικά ωφέλη απο τους νέους φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς. Η εξάπλωση των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών για την παραγωγή τροφίμων εξακολουθεί να περιμένει την αξιόπιστη επιστημονική αξιολόγηση των συνεπειών της. Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο είναι το ζήτημα της ηθικής νομιμοποίησης των τεχνολογικών παρεμβάσεων στη φυσική αναπαραγωγική διαδικασία του ανθρώπου. Δεν αντιφάσκει αυτή ην παρέμβαση στην κατανόησή μας της ανθρώπινης  ταυτότητας και αξιοπρέπειας ; Τελικά τι είναι «ζωή» και τι σημαίνει «άνθρωπος»; Απο την απάντηση  αυτών των βασικών ερωτημάτων της Βιολογίας  και της Ανθρωπολογίας εξαρτώνται τελικά και τα  κριτήρια,  σχετικά με τα ηθικά και νομικά όρια  επιτρεπτών και ανεπίτρεπτων παρεμβάσεων της ανθρώπινης γενετικής .

Τα διλήμματα που εγείρονται δεν έχουν μόνο ηθικό και επιστημονικό  αλλά και έντονα πολιτικό χαρακτήρα. Θα πρέπει να αναπτυχθεί η γενετική τεχνολογία  σε δημοκρατική, κεφαλαιοκρατική βάση ή θα πρέπει να περιοριστεί ακόμη και να απαγορευτεί μέχρις ότου αλλάξουν  τα κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της κοινωνίας ;  Οι συνήγοροι της ανάπτυξης της βιοτεχνολογίας υποστηρίζουν οτι αυτή μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση του αυτοκαθορισμού του ανθρώπου ! Αναφορικά με τον άνθρωπο  ως δυνατότητα, βάσει της γνώσης της κληρονομικότητας του να μπορεί να αποφασίζει ελεύθερα  και να μπορεί να διαμορφώσει τη ζωή του, με την ιαρική πρόληψη και θεραπεία ασθενειών. Οσον αφορά στα φυτά και τα ζώα με την βελτιστοποίηση της απόδοσης και ελάφρυνση της ανθρώπινης εργασίας .

Η γενετική τεχνική μπορεί να ειδωθεί ως μια παραγωγική δύναμη που βασίζεται μεν στη φυσική αιτιότητα, οποία όμως μπορεί να αναιρεθεί απο τον άνθρωπο και να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς του. Αλλωστε η «πρώτη επανάσταση»  στη βιολογία άρχισε στη λίθινη εποχή με την καλλιέργια φυτών και την εξημέρωση των ζώων. Η παρέμβαση αυτή στη φύση στηριζόταν στον έλεγχο και την κατεύθυνση της φυσικής επιλογής, για την οποία ο Δαρβίνος και ο Μέντελ έθεσαν, εκ των υστέρων, τα θεωρητικά θεμέλια. Η «δεύτερη επανάσταση» αντίθετα στηρίζεται στον έλεγχο της μεταλλαγής και τον ανασχεδιασμό του DΝΑ, με άμεση άνθρώπινη παρέμβαση στο γενετικό υλικό. Εχει ως αφετηρία τη θεωρία της Μοριακής βιολογίας  και αναζητεί τρόπους και δυνατότητες πρακτικής της χρησιμοποίησης. Και οι δυό επαναστάσεις κατευθύνουν και επιταχύνουν την φυσική εξέλιξη των ειδών, στηριγμένες  στη γνώση της φυσικής αιτιότητας. Και στις δυό περιπτώσεις γίνεται ένα «ξεγέλασμα» της φύσης, αφού αναγκάζεται αυτή, μέσω των δικών της εγγενών τρόπων δράσης, να πραγματοποιεί την ίδια στιγμή και ανθρώπινους στόχους! Μ’αυτή την έννοια της «κυριαρχίας» πάνω στη φύση κάποιοι βλέπουν μια διεύρυνση της δυνατότητας για ελευθερία και  ανθρώπινο αυτοπροσδιορισμό !

Ομως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί βρισκόμαστε άραγε μπροστά σε μια «πανουργία» του ανθρώπινου λογικού ή μήπως θα βρεθούμε σύντομα αντιμέτωποι με την «εκδίκηση» της φύσης ;  Αυτές οι τεχνολογικές δυνατότητες όταν πραγματοποιηθούν μήπως αποδειχτούν οτι δεν αποτελούν ένα τεχνικό αλλά ένα πολιτικό, κοινωνικό πρόβλημα ; Μπορούμε να εμπιστευτούμε την υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα;  Για όσο καιρό η κυριαρχία τη φύσης και οι παραγωγικές δυνάμεις και  σχέσεις δεν ελέγχονται απο την κοινωνία, μπορεί η «πανουργία» του λογικού να μεταστραφεί στο αντίθετό της. Η φύση δεν θα πραγματοποιεί ανθρώπινους σκοπούς, αλλά ο άνθρωπος θα προκαλέσει, με το χάος των σκοπών του, μια φυσική «ανάπτυξη» που θα στραφεί εναντίον του. Αυτή η μεταστροφή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, παραφράζοντας τα λόγια του Εγελου, απο «πανουργία» του λογικού, σε «εκδίκηση» της φύσης. Οι κοινωνικά  ανεξέλεγκτες παραγωγικές δυνάμεις θα αυτονομηθούν, θα γίνουν αντιπαραγωγικές  και μπορεί να καταστρέψουν  τη φύση και τα θεμέλια της ανθρώπινης ζωής.


Αυτές οι δυνατότητες και οι κίνδυνοι απο τη χρήση της βιοτεχνολογίας συνδέονται με την κοινωνική μορφή της φιλελεύθερης δημοκρατίας και την αχαλίνωτη, εκμεταλλευτική φύση του καπιταλισμού, που βιάζεται να περάσει όσο γίνεται πιό γρήγορα απο την έρευνα και και την επιστημονική παρατήρηση στην τεχνική εφαρμογή και εξιοποίηση της σχετικής γνώσης, με την ανεξέλεγκτη παραγωγή προϊόντων που τα στέλνει γρήγορα στην αγορά, χωρίς να ενδιαφέρεται για τους ενδεχόμενους κινδύνους. Αυτή η τάση δεν σέβεται τίποτε, ούτε  τον ίδιο τον άνθρωπο, που κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντικέιμενο γενετικών πειραματισμών και αυτοσχεδιασμών. Προς το παρον οι νόμοι περί βιοηθικής απαγορεύουν θεωρητικά την ανθρώπινη κλωνοποίηση ενώ κατ΄εξαίρεση επιτρέπονται οι εργαστηριακές έρευνες πάνω στα εμβρυικά κύτταρα.Σε πολλές χώρες η αναπαραγωγική κλωνοποίηση θεωρείται έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Παντως ήδη υπάρχουν φωνές προειδοποιητικές απο τον κόσμο της επιστήμης,  της φιλοσοφίας και της πολιτικής, απο ανθρώπους  που προβληματίζονται και ανησυχούν σχετικά με το «μετα-ανθρώπινο μέλλον μας», μετά τις αναμενόμενες συνέπειες της βιοτεχνολογικής επανάστασης, τη δυνατότητα πολιτικού ελέγχου της και τις αναγκαίες πολιτικές για το μέλλον. Θάναι αυτό το μέλλον πιό εξισωτικό ή ακόμη πιό ιεραρχικό και ανταγωνιστικό και γεμάτο απο συγκρούσεις,  χειρότερες απο αυτές που ζούμε σήμερα; Θα μεταβληθούμε σε σκλάβους της τεχνολογικής εξέλιξης ακόμη και όταν αυτή η τεχνολογική πρόοδος δεν θα εξυπηρετεί ανθρώπινους στόχους ή θα διεκδικήσουμε το δικαίωμα σε ελεύθερία επιλογής των αξιών που είναι δοκιμασμένες στην ιστορία της ανθρωπότητας; Η πρόοδος της Γενετικής Μηχανικής και η κοινωνική της χρήση/κατάχρηση βάζει την ανθρωπότητα αντιμέτωπη με μεγάλα και δυσεπίλυτα κοινωνικά, νομικά και ηθικά προβλήματα.

Οποιος αποδέχεται τις υπαρκτές κοινωνικές σχέσεις  μπορεί να αντιμετωπίζει με εμπιστοσύνη το μέλλον  και τις προόδους της τεχνικής. Η Γενετική τεχνολογία  θεωρείται ως το σίγουρο μέσον εξουδετέρωσης των σημερινών προβλημάτων, που είναι αποτέλεσμα λανθασμένης πολιτικής. Τέτοια είναι π.χ. η καταπολέμηση της πείνας στον τρίτο κόσμο, η αντιμετώπιση των ασθενειών, η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας και η κατάργηση των κληρονομικών ασθενειών...Ομως αυτή η προσέγγιση των προβλημάτων σημαίνει οτι αντί να αντιμετωπίζονται τα πολιτικά προβλήματα με πολιτικά μέσα, όπως απαιτεί η φύση τους, πιστεύεται οτι τα προβλήματα θα λυθούν με περισσότερη τεχνική...Θεωρείται δηλαδή  αναμφισβήτητη η δυνατότητα της τεχνολογικής αντιμετώπισης των προβλημάτων της ανθρωπότητας. Λάθος φαίνεται να είναι η πεποίθηση οτι αυτή είναι η μοναδική δυνατότητα, αφού, κάτω απο τις δοσμένες συνθήκες, η ανεξέλεγκτη  ανάπτυξη της τεχνικής μπορεί να ισχυροποιήσει και την «εκδίκηση» της φύσης, με την έννοια της εκδήλωσης δυνατοτήτων που δεν έχουν ακόμη φανερωθεί...Χαρακτηριστικό είναι το ενδεχόμενο λάθους ή απροβλεπτων αντιδράσεων εξαιτίας απελευθέρωσης γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον, για τους οποίους δεν μπορεί στη συνέχεια να υπάρξει απόσυρση ή ανάκληση.    Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Γενετική και η αποκρυπτογράφηση του κειμένου του ΔΝΑ, που περιγράφει τα κληρονομικά χαρακτηριστικά, άλλους τους γέμισε ελπίδες για τη διαγνωστική δυνατότητα και την πρόληψη ασθενειών και άλλους τους φοβίζει για τους κινδύνους κατάχρησης και χειραγώγησης των επομενων γενεών.

Η πιό σημαντική απειλη που εγκυμονεί η σύγχρονη βιοτεχνολογία είναι η πιθανότητα αλλαγής της ανθρώπινης φύσης  και ως εκ τούτου η μετάβαση στη «μετα-ανθρώπινη» περίοδο της ιστορίας. Η φιλοσοφική έννοια της ανθρώπινης φύσης υπήρξε χρήσιμη γιατί παρείχε  μια σταθερή συνέχεια στην εμπειρία  μας ως ανθρώπινου είδους, θεμελίωνε κάποιες βασικές αξίες του πολιτισμού μας και και στήριζε φιλοσοφικά τις συνταγματικές αρχές των πολιτικών μας συστημάτων. Π.χ. η αρχή της πολιτικής ισότητας στηρίζεται στο εμπειρικό δεδομένο της φυσικής ανθρώπινης ατομικότητας. Καθώς όμως η μοριακή βιολογία ανακαλύπτει όλο και νέα μονοπάτια, που συνδέουν  γονίδια  και κάποια γνωρίσματά μας, όπως είναι π.χ. η ευφυϊα, η επιθετικότητα, η σεξουαλική μας ταυτότητα, η εγκληματικότητα, ο αλκοολισμός κ.λ.π., φαίνεται αναπόφευκτο οτι κάποιοι θα κάνουν χρήση αυτής της γνώσης  για δικούς τους πολιτικούς στόχους. Πλούσιοι γονείς θα  είναι σε θέση να αυξάνουν την ευφυϊα των παιδιών τους  και των απογόνων τους δημιουργώντας όχι απλώς ηθικά διλήμματα αλλά έναν καινουργιο, ταξικό πόλεμο ! Ο εφιάλτης της ναζιστικής ευγονικής επιστήμης, για εξευγενισμό του ανθρώπινου γένους, με βάση τους νόμους της βιολογίας και της κληρονομικότητας, ξαναζωντανεύει. Ισως δεν θα χρειαστεί μια κρατικά ελεγχόμενη ευγονική προσπάθεια  αφου  οι πολυεθνικές εταιρείες βρίσκονται ήδη επι το έργον. Με εντυπωσιακό τρόπο είχε προφητεύσει ο Aldous Huxley, στο εργο του «Γενναίος Νέος  Κόσμος», μια κοινωνία μελλοντική, στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα «κατασκευάζονται», σύμφωνα με σχεδιασμό, στα κατάλληλα εργαστήρια.  Γονιμοποίηση, αναπαραγωγή και κοινωνικός προσδιορισμός όλα πλήρως προγραμματισμένα. Αποτέλεσμα μια κοινωνία σταθερή και ένας αποστειρωμένος πολιτισμός με ανθρώπους ικανοποιημένους αφου δεν θα τους έλειπε καμιά ατομικότητα ανικανοποίητη. Με τη βοήθεια ψυχοφαρμάκων όλοι θα μπορούσαν να κατορθώνουν την τεχνητή μακαριότητα.

Η Νευροφαρμακολογία και η αυξανόμενη γνώση για τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου και των βιολογικών πηγών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η χειραγώγηση των αισθημάτων και της συμπεριφοράς και όσα πρόκειται να μας παρουσιάσει προσεχώς η γενετική Μηχανική, δείχνουν πόσο προφητικός ήταν ο Ηuxley σχετικά με το τι θα μπορούσε να περιμένει την ανθρωπότητα αν δεν υπάρξουν  ρυθμιστικά πλαίσια και κοινωνικοί έλεγχοι που θα αποτρέψουν την κατάχρηση της γνώσης  γενετικών πληροφοριών για άτομα που θα κινδυνεύουν να υποστούν μειωτική, ρατσιστική μεταχείριση στο χώρο της εργασίας τους  και στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής τους, απο την κατάχρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. «Το θέμα του «Γενναίου  Νέου Κόσμου» δεν είναι κυρίως η πρόοδος της είστήμης για την επιστήμη, είναι η πρόοδος της επιστήμης καθώς επηρεάζει τις ανθρώπινες υπάρξεις», μας λέει ο Ηuxley στον πρόλογο του έργου του, στην έκδοση του 1946.

Σήμερα το χάσμα ανάμεσα στο «είναι» των βιολόγων για την ανθρώπινη φύση και το «δέον» της πολιτικής γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Οσο πιό πολλά μας μαθαίνει η επιστήμη για την ανθρώπινη φύση τόσο πιό πολλές γίνονται οι συνέπειες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά συνέπεια οι απαιτήσεις για πολιτικές και θεσμούς για την προστασία τους. Η συζήτηση για τα δικαιώματα γενικά και τη φιλοσοφική τους θεμελίωση δεν μπορεί να περιοριστεί στη συζήτηση για «ανάγκες» και «συμφέροντα». Συχνά οι άνθρωποι έχουν την τάση να ταυτίζουν δικαιώματα και συμφέροντα. Μεταμορφώνοντας κάθε προσωπική επιθυμία σε δικαίωμα, ανεξέλεγκτο απο τα συμφέροντα της κοινότητας, μεγαλώνει η ανελαστικότητα της πολιτικής συζήτησης. Τα δικαιώματα όμως αποτελούν τη βάση για τη δημοκρατική πολιτική τάξη πραγματων και πολλών ηθικών και πολιτικών μας ζητημάτων. Οι άνθρωποι αρχικά ενδιαφερόντουσαν για την προσωπική τους επιβίωση, για το συμφέρον της οικογένειας τους, της ομάδας τους, της φυλής τους, της πατρίδας τους, στή συνέχεια για όλους τους συνανθρώπους τους, για όλα τα έμβια όντα, τα φυτά και τη φύση γενικότερα. Αυτό ήταν το πνεύμα του κλασσικού κοσμοπολιτισμού της στωικής φιλοσοφίας  που αναδείκνυε τον πλούτο του πολιτισμού των υποστηρικτών του. Στην εποχή μας η συζήτηση για τα θέματα που δημιουργεί η βιοτεχνολογική επανάσταση έχει χωριστεί σε δυό στρατόπεδα. Το ένα είναι υπέρμαχο της ελεύθερης αγοράς, της απορρύθμισης  και της ελαχιστοποίησης της κρατικής παρέμβασης  στην τεχνολογία,. Τάσσεται υπερ της ελευθερίας της έρευνας και της ανεμπόδιστης ανάπτυξης της τεχνολογίας. Οι πολυεθνικές εταιρείες  καραδoκώντας για υπερκέρδη ανήκουν στους πιο ένθερμους οπαδούς αυτής της άποψης. Το άλλο στρατόπεδο είναι πιο ετερόκλητο και απαρτίζεται απο ανθρώπους με θρησκευτικές πεποιθήσεις, απο περιβαλλοντολόγους που πιστεύουν στην ιερότητα της φύσης, αντίπαλους των νέων τεχνολογιών και «αριστερούς» πολίτες που ανησυχούν για την πιθανή επιστροφή της ευγονικής. Η δεύτερη ομάδα έχει προτείνει την απαγόρευση πολλών νέων τεχνολογικών παρεμβάσεων, απο την εξωσωματική γονιμοποίηση μέχρι την κλωνοποίηση ανθρώπινων όντων.

Ολα αυτά τα θέματα και τα αναπάντητα ερωτήματα των βιοεπισημών περιμένουν απαντήσεις όχι μόνο απο φιλοσόφους και βιολόγους αλλά  και προβληματισμούς απο όλοκληρη την επιστημονική κοινότητα σχετικά με την ευθύνη της τεχνικής και της επιστήμης, που βρίσκονται αντιμέτωπες με καινοφανή προβλήματα που απαιτούν σοβαρό διεπιστημονικό διάλογο και προβληματισμό για την αντιμετώπιση και των αρνητικών πλευρών της τεχνολογικής-επιστημονικής προόδου. Το τεχνολογικά υλοποιήσιμο μέλλον της ανθρωπότητας εμπνέει εύλογους φόβους όχι μόνο σε πλατειά κοινωνικά στρώματα αλλά και σε αφοσιωμένους επιστήμονες. Οι τελευταίοι έχουν αντιληφθεί οτι η τεχνολογική πρόοδος  απο μόνη της δεν είναι σε θέση να δώσει νόημα στην έρευνα και να εμπνεύσει νέες αξίες. Κάποιοι επιστήμονες πιστεύουν οτι για να ωφελήσει η πρόδος τον άνθρωπο θα πρέπει να ελέγχεται και να καθοδηγείται απο υπεύθυνες αρχές  που θα βρίσκονται έξω απο την επιστημονική κοινότητα ! Η στάση αυτή δείχνει μια μεγάλη μετατόπιση απο την μέχρι πρότινος αδιαμφισβήτητη ιδεολογία της επιστημονικής «κατασκευής» και του ελέγχου του μέλλοντος της ανθρωπότητας . Η επιστημονική εξέλιξη με επίκεντρο τις βιοεπιστήμες και την βιοτεχνολογία  προκαλεί περισσότερο δεός και φόβο παρά ελπίδες ευδαιμονίας.

Η αισιόδοξη πεποίθηση των φιλοσόφων και των επιστημόνων  του 18ου και 19ου αιώνα για τις δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνικής για σκόπιμη εκμετάλευση και κυριαρχία πάνω στη φύση,  δεν οδήγησε μόνο στον πολλαπλασιασμό της δυναμης και της ευημερίας για ένα τμήμα της ανθρωπότητας, αλλά και σε ένα καταστροφικό μοντέλο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια της ζωής με την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, την αποσταθεροποίηση του κλίματος με την αλόγιστη χρήση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας και την απειλή της βιοποικιλλότητας. Στο σκηνικό αυτό έρχονται να προστεθούν οι απειλές και οι διακινδυνεύσεις απο τις ανεξέλεγκτες εξελίξεις της μοριακής βιολογίας και της βιοτεχνολογίας .

Ομως δεν πρέπει να λησμονούμε οτι δεν υπάρχει καμιά «επιστήμη καθ’εαυτήν» υπάρχουν πάντα συγκεκριμένα άτομα  που ζούν σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια και εργάζονται επιστημονικά με συγκεκριμένους τρόπους, για να κατακτήσουν νέες γνώσεις, καθοδηγούμενα απο το ιδεώδες της κριτικά και μεθοδολογικά σίγουρης γνώσης. Αυτή όμως η επικέντρωση στην επιστημονική γνώση και η μεθοδολογικά αναγκαία ουδετεροποίηση της επιστημονικής εργασίας  αφήνει στο περιθώριο το ζήτημα της ευθύνης της επιστήμης. Οταν διαχωρίζονται Επιστήμη και Ηθική έρχεται η δεύτερη συνήθως πολύ αργά να αμφισβητήσει την επιστημονική δύναμη. Το λάθος στον κυρίαρχο τρόπο σκέψης έγκειται στο ότι έχει ως αφετηρία  μιαν αφαίρεση  των επιστημών απο την κοινωνία  και στη συνέχεια αρχίζει ο προβληματισμός  για την ηθική και κοινωνικοπολιτική ενσωμάτωση της επιστημονικής και τεχνολογικής δύναμης  στους  ανθρώπινους  στόχους που θάπρεπε αυτή να υπηρετεί. Δυστυχώς όμως δεν είναι δυνατόν να «παραχθούν» αξίες απο μια αξιακά ουδέτερη επιστήμη οπότε καταλήγουν, οι αξίες,  σύμφωνα με τις οποίες θάπρεπε να «αξιο-λογηθούν» τα επιστημονικά αποτελέσματα, στην διακριτική ευχέρια και προσωπική επιλογή των επιστημόνων ή στα ευρύτερα  κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα οργανωμένων ομάδων συμφερόντων.

Το θέμα του υποκειμένου της ευθύνης των φυσικών επιστημών για την έρευνα και την θεμελίωσή της επιστημονικής γνώσης είναι πολυσυζητημένο όμως παραμένει σχεδόν άλυτο αφού συνοδεύεται απο το ερώτημα για το υπεύθυνο υποκείμενο της μεταμόρφωσης του κόσμου, με την εφαρμοσμένη γνώση. Συχνά υποστηρίζεται η άποψη οτι η βασική έρευνα είναι αξιακά ουδέτερη, υπηρετεί την γνώση και είναι άρα ηθικά αδιάφορη και μόνο η εφαρμογή της γίνεται ηθικά ενδιαφέρουσα. Η άποψη αυτή δεν βοηθάει για να απαντήσουμε το ερώτημα της ευθύνης της επιστήμης. Η πολυδάπανη έρευνα που γίνεται για την παραγωγή νέας γνώσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυτοσκοπός , όπως λέμε «η τέχνη για την τέχνη» και οτι μόνο η κακή χρήση της έχει ως συνέπεια την καταστροφή του περιβάλλοντος, της φύσης γενικότερα και του ανθρώπου. Βασική και εφαρμοσμένή έρευνα δεν μπορούν να χωριστούν. «Η γνώση είναι δύναμη». Οπως έλεγε ο Αυγ. Κοντ «γνώση για πρόγνωση, πρόγνωση για πρόληψη των συνεπειών». Πρέπει όλοι  να γινόμαστε σοφώτεροι για να μπορούμε να προβλέπουμε/προφητεύουμε το μέλλον...

Οσο μεγαλύτερες είναι οι τεχνολογικές μας δυνατότητες  για τη μορφοποίηση του κόσμου μας  και του περιβάλλοντος, αλλά τόσο απαιτείται ο επιστήμονας να μην περιορίζεται μόνο στην εξέταση των επιστημονικών δυνατοτήτων και κινδύνων της έρευνάς του αλλά οφείλει να αναλογίζεται και τις συνέπειες της έρευνάς του για την κοινωνία και τον κόσμο γενικότερα. Ο επιστήμονας ως άτομο χρειάζεται έναν επιστημονικό-πολιτικό προβληματισμό και έναν επιστημονικο-ηθικό διάλογο, μέσω του οποίου μπορεί να φτάσει, μαζί με τους ομότεχνους του, σε μια συμφωνία σχετικά με τα καθοδηγητικά ενδιαφέροντα, τις  αξίες και τις προτεραιότητες της έρευνας. Μια επιστημονική ηθική δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς  μια θεμελιακή συμφωνία για τον άνθρωπο και το μέλλον του. Ο αποφασιστικός στόχος και ο μελλοντικός ορίζοντας θα πρέπει να είναι η επιβίωση του ανθρώπου και της «ανθρωπίας» του.

Ο γερμανός φιλόσοφος Ηans Jonas, που έγινε γνωστός ιδιαίτερα  με το έργο του «Η Αρχή της Ελπίδας. Απόπειρα μιας Ηθικής για τον Τεχνολογικό Πολιτισμό» (1984), μετά την απόπειρα διατύπωσης μιας ηθικής για τον τεχνολογικό πολιτισμό, εκπροσωπεί την άποψη οτι η Ηθική στην εποχή μας δεν μπορεί παρά να είναι μια Ηθική του μέλλοντος, μια ηθική της μακρυνής ευθύνης μας. Η «Αρχή της ευθύνης» που τον έκανε διάσημο έρχεται για να προλάβει την πιθανή καταστροφή. Στην οικολογία μιλάμε για την «αρχή της πρόληψης» και της «προφύλαξης» που θάπρεπε να γίνουν κοινός τόπος για όλους τους φυσικούς επιστήμονες. Ομως η Αρχή της ευθύνης δεν μας δίνει τα κριτήρια  σχετικά με το τι θάπρεπε να πράξουμε και τι να αποφύγουμε. Η ευθύνης της επιστήμης μπορεί να γίνει σαφέστερη με τη βοήθεια ενός  βαθύτερου  αναστοχασμού σχετικά με τη φύση της ηθικής ελευθερίας και ευθύνης. Η ηθική ελευθερία και ευθύνη του επιστήμονα δοκιμάζεται όταν διακυβεύεται το κοινό καλό των σημερινών έμβιων όντων και των μελλοντικών γενεών τους. Ηθική πρόδος και επιστημονική τεχνολογική πρόοδος δεν είναι απλώς αντίθετες. Εκείνο που έχει αξία για κάθε μιά απο τις δύο, εξαρτάται απο τα επιτεύγματα της άλλης. Η ανάπτυξη της επιστημονικής ορθολογικότητας είναι αποφασιστικής σπουδαιότητας για την ηθική  πρόοδο, κατά το ότι αντιστέκεται στην ανθρώπινη τάση να προβάλλει παράλογες δομές στην εξωτερική φύση και να βασανίζεται  τελικά ή ίδια  απο αυτές τις προβολές.

Η αναζήτηση και η δημιουργία μιας νέας περιβαλλοντικής ηθικής ίσως δεν αρκεί να παρεμποδίσει την καταστροφή του περιβάλλοντος και να απομακρύνει τις απειλές των ίδιων των θεμελίων της ζωής. Για να ανταποκριθεί στα νέα της καθήκοντα θα πρέπει να παίρνει συνέχεια υπόψη της την περιπλοκότητα των θεμάτων και τη διαπλοκή τους με ιδεολογικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Η απελευθέρωση της επιστήμης και της τεχνικής απο τα αναχρονιστικά δεσμά αυτής της νέας δυναμικής αποτελεί καθήκον  που εμπλέκει και το ζήτημα της ανασυγκρότησης των κοινωνικών θεσμών. Ο θεωρητικός αναστοχασμός των επιστημόνων  παίζει το ρόλο του σε αυτή την διαδικασία, απαιτώντας αλλαγές στις κατηγορίες με τις οποίες άτομα και ομάδες ερμηνεύουν τη σημασία των δραστηριοτήτων τους.
Η εκθρόνηση της επιστήμης και της τεχνικής  απο τη θέση τους ως καθοδηγητικών δυνάμεων για την κυριαρχία πάνω στη φύση, αποτελεί ένα αναγκαίο βήμα  όχι μόνο γιαυτές, αλλά και  για την ιδέα τους επίσης. Απελευθερωμένη απο τα ιστορικά της συμφραζόμενα, που έχουν γίνει αναχρονιστικά, η νεωτερική  ιδέα της κυριαρχίας πάνω στη φύση θα ανοιγόταν σε νέες ερμηνείες  που θα μας έφερναν πιο κοντά στη συμφιλίωση  και εναρμόνιση με τη φύση. Αυτή η νέα πορεία θεωρημένη ως ηθική πρόοδος, θα εξέφραζε πιο έντονα την πιο απαιτητική πρόκληση που βρίσκεται μπροστά μας : Οχι την κατάκτηση της εξωτερικής φύσης και του γονιδιώματος  αλλά την ανάπτυξη της ικανότητας – απλωμένης σε όλα τα άτομα της κοιωνίας- να χρησιμοποιούμε  τα τεχνολογικά επιτεύγματα, που θα βρίσκονται κάθε φορά στη διάθεσή μας,  για τη βελτίωση της ζωής όλων των έμβιων όντων, μαζί μέ ένα νέο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο που θα αναπτύσσει, θα συντηρεί και θα ελέγχει αυτήν την ικανότητα της Ανθρωπότητας.

|Ενδεικτική Βιβλιογραφία : Mark G.Kuczewski – Roman Polansky Ed.Bioethics.Ancient Themes in Contemporary Issues. MIT Press, 2002;Hare, R.M. 1993, Essays on Bioethics, Oxford: Oxford Univ. Press ;  Engelhardt, H.T. (1996). The Foundations of Bioethics. N.York : Oxford Univ. Press. ; UNESCO.(1988). «Universal Declaration on the Humam Genome and Human Rights», Journal of Medicine and Philosophy, 23(3):334-341 ;  Jeremy Rifkin, Harnessing the Gene and remaking the world. The Biotech Century, N.York 1999 ; Busch, Lawrence, ed. , Plants, Power, and Profit : Social. Economic, and Ethical Consequences of the New Biotechnologies, Cambridge, MA:B.Blackwell, 1991 ;  Murphy, Timothy F., Justice and the Human Genome Project, Berkeley : Univ. of California  Press, 1994 ; Silver, Lee. M., Remaking Eden: Clonong and Beyond in a Brave New World, N.York: Avon Books, 1997 ; Tomiuk, J. K., Transgenic Organisms: Biological and Social Implications, Basel : Birkhauser Verlag 1996 ;  Fukuyama Francis, Our Posthuman Future: Consequences of the Biotechnology Revolution, Profile Books, 2000. ;  Frankena, W.K.,  «Ethics and the Environment». In : Ethics and Problems of the 21st Century, ed. K.E. Goodpaster and K,.M. Sayre, 3-30, Notre Dame. London 1979 ; Birnbacher Dieter, Bioethik zwischen Natur und Interesse, Framkfurt a. M. 2006, Surkamp Verlag ; Braun, Kathrin, Menschenwuerde und Biomedizin. Zum philosophischn Diskurs der Bioethik, Frankfurtr a. M. 200 ; Weston, Anthony, «Beyond intrinsic value. Pragmatism in Environmental Ethics», in : Envrronmental Ethics 7 (1985) 321- 339 ; Taylor, Paul. W., Respect for nature. A Theory of Environmental Ethics, Princeton Univ. Press, 1986 ; Schweidler Walter, ed. Menschenleben- Menschenwuerde. Interdisziplinaeres Symposiun zur Bioethik, Muenster 2003; Lucien Sfez. Le reve biotechnologique,  Paris 2001. Press Universitaires de France ; Lewontin R., Biology as Ideology, Harper Perennial, 1992; Hoeffe O., Sittlich-politische Diskurse. Philosophische Grundlagen.  Politische Ethik. Biomedizinische Ethik. Frankfurt a Main, 1981.Suhrkamp Verlag ; Lombardi Louis G., Moral Analysis. Foundations Guides and Applications,  State Univ. Of N. York, 1988; Αλαχιώτης Ν. Σταμάτης, Η πρόκληση των γονιδίων, Αθήνα 1999, εκδ. Καστανιώτης ; Βιδάλη Τ. Κ. Γενετικά τροποποιημένοι Οργανισμοί και Βιώσιμη ανάπτυξη, (Σειρά Νόμος=Φύση), 13, Αθήνα 2004, εκδ. Σάκκουλα ;  Γεωργόπουλος Aλέξανδρος, Περιβαλλοντική Ηθική, Gutenberg, 2002; Kανελλοπούλου Βάσω, Μεταλλαγμένα . Το παρελθον, το παρόν και το άγνωστο μέλλον, Αθήνα 2006, Ευώνυμος Βιβλιοθήκη., Παπαδημητρίου Ευθύμης, (1998) Φύση και Ηθική, στο Μ. Μοδινός (επιμ.) Οικολογία και Επιστήμες του Περιβάλλοντος.  ΔΙΠΕ, Αθήνα ; Παπαδημητρίου Eυθύμης, Για μια Νέα φιλοσοφία της φύσης, Gutenberg. Aθήνα 1999. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου