Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Από το φιλοσοφικό έργο του Καντ.

H Φυσική φιλοσοφία και το opus postumum kant.


Η συνηθέστερη συνειρμική αναφορά στον Ι. Κάντ (1724- 1804) ανατρέχει στη Γνωσιοθεωρία του, στην Ηθική, στην Αισθητική και στην Τελεολογία του. Σπάνια γίνεται αναφορά στα γραπτά του για τη Φυσική φιλοσοφία, τόσο στα πρωϊμα έργα της λεγόμενης «προκριτικής περιόδου» (1762-1765), όσο και τα υστερότερα, όπως είναι το έργο του: «Μεταφυσικές αρχές της φυσικής επιστήμης» (Metaphysische Anfangsgruende der Naturwissenschaft) (1786) ή οι σημειώσεις της ώριμης περιόδου του, που καταχωρήθηκαν στο «Οpus postumum». Ομως ο Καντ πέρασε στη Φιλοσοφία απο τη Φυσική επιστήμη. Με αυτόν αρχίζει βασικά η Κλασσική Γερμανική φιλοσοφία να αποκτά μια νέα αντίληψη για την επιστημονική γνώση και την μελέτη της φύσης. Ο Κάντ συνεισέφερε ουσιαστικά στην φιλοσοφική ερμηνεία γνώσεων των φυσικών επιστημών και συνέβαλε και ο ίδιος στην ανάπτυξή τους. Εχοντας ως αφετηρία την Φυσική του Νεύτωνα καταλήγει στην πεποίθηση οτι η αντικειμενική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται απο μια κανονικότητα και αναγκαιότητα που πρέπει να γνωσθεί. Με το έργο του προσπαθεί φιλοσοφικά να γενικεύσει τα αποτελέσματα και επιτεύγματα των φυσικών επιστημών της εποχής του. Κατά την πρώτη περίοδο της δημιουργίας του, (μέχρι το 1768), ασχολείται εντατικά με προβλήματα των φυσικών επιστημών και της Φιλοσοφίας της φύσης.
Το πρώτο και σημαντικότερο ίσως απο τα φυσικά επιστημονικά του έργα γράφτηκε στα 1746 ( σε ηλικία 22 ετών) και είχε τον τίτλο: «Σκέψεις για την αληθή αποτίμηση των ζωντανών δυνάμεων»,( Gedanken von der wahren Schaetzung der lebendigen Krafte) με το οποίο παρεμβαίνει στην έριδα ανάμεσα στους οπαδούς του Λάϊμπνιτς και του Ντεκάρτ, σχετικά με την έννοια της κίνησης και του χώρου, συμφωνώντας στα βασικά σημεία με τον Leibniz, χωρίς όμως να απορρίπτει ολοσχερώς και τις θέσεις του Descartes.

Ενα άλλο διάσημο έργο αυτής της περιόδου φέρει τον τίτλο. «Γενική Ιστορία της φύσης και Θεωρία του Ουρανού ή προσπάθεια για τη σύνταξη και τη μηχανική προέλευση όλοκληρου του κοσμικού οικοδομήματος, ανεπτυγμένο σύμφωνα με τους βασικούς νόμους του Νεύτωνα»,( Allgemeine Naturgeschichte und Theorie des Himmels oder Versuch von der Verfassung und dem mechanischen Urspruenge des ganzen Weltgebaudes nach Newtonischen Grundsaetzen abgehandelt) γραμμενο στα 1755. Στο έργο αυτό διατυπώνει την τολμηρή, για την εποχή του, υπόθεση οτι το ηλιακό μας σύστημα αρχικά συνίστατο απο μια νεφελώδη μάζα, απειροελάχιστων σωματιδίων και αναπτύχθηκε στη σημερινή του μορφή, σύμφωνα με τους νόμους του Νεύτωνα.
Ο Κάντ συνδύαζε με αυτόν τον τρόπο την ιδέα της εξέλιξης με την επιστημονική εξήγηση της κίνησης των ουρανίων σωμάτων, σύμφωνα με τους νόμους της Μηχανικής. Για πρώτη φορά ανατρεπόταν η αντίληψη οτι η φύση δεν είχε καμιά ιστορία, αφού η δημιουργία των ουρανίων σωμάτων αποδίδεται στην περιστρεφόμενη νεφελώδη μάζα ύλης. Σημαντική ένδειξη για το φυσικοεπιστημονικό κοσμοείδωλο του Καντ αποτελεί και η υπόθεσή του οτι υπάρχουν και άλλοι γαλαξίες έξω απο τα όρια του δικού μας. Παράλληλα ανέπτυξε παραπέρα την διδασκαλία για τη σχετικότητα της κίνησης και της ηρεμίας, που είχε αρχίσει ήδη απο τον Ντεκάρτ και τον Γαλιλαίο, την ιδέα της πάλης αντιτιθεμένων δυνάμεων και την σπουδαιότητα των αρνητικών μεγεθών.
Στο έργο της «κριτικής του περιόδου», που κορυφώνεται με τις τρείς μεγάλες Κριτικές του, ερευνά την γνωστική ικανότητα του ανθρώπου, προτού επεξεργαστεί την θεωρητική του φιλοσοφία, την Ηθική και την Φιλοσοφία της φύσης. Το κεντρικό γνωσιοθεωρητικό πρόβλημα που τον απασχολεί σχετίζεται με την δυνατότητα συνθετικών κρίσεων a priori , δηλαδή κρίσεων που να έχουν γενική ισχύ, να μην είναι απλώς εξηγητικές όπως οι αναλυτικές κρίσεις, αλλά να είναι επεκτατικές και να προσκομίζουν νέες γνώσεις. Αυτό το ερώτημα το θέτει ο Καντ σχετικά με τα Μαθηματικά, την καθαρή Φυσική επιστήμη και την Μεταφυσική. Το ζητούμενο ήταν η δημιουργία μιας Μεταφυσικής, ως αυστηρής επιστήμης, με πρότυπο τα Μαθηματικά και την Φυσική, οι οποίες περιέχουν συνθετικές κρίσεις α πριόρι.
Στον πρόλογο της Α’ έκδοσης της «Κριτικής του καθαρού Λόγου»( Kritik der reinen Vernunft) χαρακτηρίζει την Μεταφυσική ως απλή «απογραφή όλων των γνώσεων που κατέχουμε μέσω του καθαρού λόγου, ταξινομημένων συστηματικά». Προαναγγέλει μάλιστα την εκπόνηση μιας « Μεταφυσικής της φύσης », έργο το οποίο δεν ολοκλήρωσε ποτέ. Στον πρόλογο της Β’ έκδοσης της «Κριτικής του καθαρού Λόγου» τονίζει οτι «τα Μαθηματικά και η Φυσική είναι τα δύο είδη γνώσεων του θεωρητικού λόγου » που οφείλουν να προσδιορίζουν a priori το αντικείμενό τους, το πρώτο εντελώς καθαρά, το δεύτερον τουλάχιστον εν μέρει καθαρά αλλά και ανάλογα με το μέτρο που δίνουν άλλες γνωστικές πηγές εκτός απο τον λόγο».
Πιστεύει οτι «η Φυσική αργοπόρησε να βρεί τον καθαυτό δρόμο της επιστήμης» και οτι «χρωστά την τόσο ευεργετική επανάσταση της του τρόπου του σκέπτεσθαι απλούστατα στην ιδέα οτι πρέπει να ρυθμίζει τις έρευνές της σύμφωνα με αυτό που έχει θέσει ο λόγος μέσα στη φύση κι έτσι να αναζητά στη φύση ( κι όχι να της αποδίδει πλασματικά) ότι πρέπει να μάθει < η Φυσική> απο αυτή <τη φύση> και που δεν θα μπορούσε ποτέ να το μάθει <η Φυσική> απο τον ίδιο τον εαυτό της. Με αυτόν τον τρόπο μπήκε η Φυσική στον ασφαλή δρόμο της επιστήμης, αφού πέρασε προηγουμένως τόσους αιώνες ψηλαφώντας μονάχα στα σκοτάδια».
Στο έργο του «Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική Μεταφυσική που θα μπορεί να εμφανίζεται ως επιστήμη»( Prolegomena zu einer jeden kuenftigen Metaphysik, die als Wissenschaft wird auftreten koennen),1783, ξαναβάζει το ερώτημα : «Πώς είναι δυνατή η καθαρή Φυσική ; και ορίζει την φύση ως εξής : « Φύση είναι η ύπαρξη των πραγμάτων, κατά το μέτρο που αυτή η ύπαρξη καθορίζεται απο γενικούς νόμους». Εδω η φύση νοείται απο τον Καντ formaliter (ως προς την μορφή), ως μια πραγματικότητα που καθορίζεται απο γενικούς νόμους, μια τάξη οργανωμένη σύμφωνα με νόμους. Ο όρος φύση επιδέχεται και μιαν άλλη σημασία, η οποία προσδιορίζει το αντικείμενο, ενώ στην προηγούμενη σημασία αυτός ο όρος δήλωνε μόνο την νομιμότητα των προσδιορισμών της ύπαρξης των πραγμάτων εν γένει. Ιδωμένη materialiter (ως προς το περιεχόμενό της), φύση είναι συνεπώς το σύνολο όλων των αντικειμένων της εμπειρίας».
Στον πρόλογο του έργου του « Μεταφυσικές Αρχές της Φυσικής επιστήμης» (1786) εξηγεί τις διάφορες σημασίες της έννοιας φύση και τις συνέπειες της για τη διάκριση διαφόρων τύπων φυσικών επιστημών. Μιλάει για «ιστορική» και «λογική» φυσική επιστήμη, για ιστορική διδασκαλία της φύσης, για ιστορία της φύσης και για φυσική επιστήμη, ενώ στο κείμενό του με τον τίτλο : « Για τη χρήση τελεολογικών Αρχών στη Φιλοσοφία»( Ueber den Gebrauch teleologischer Prinzipien in der Philosophie),1788, εισάγει την έννοια της τελεολογίας στη μελέτη των φυσικών φαινομένων γενικά και τονίζει οτι «η έρευνα της φύσης μπορεί να επιχειρηθεί με δύο τρόπους, είτε απλώς θεωρητικά είτε τελεολογικά . Στην δεύτερη περίπτωση, ως φυσική επιστήμη, μόνο τέτοιους σκοπούς μπορεί να ακολουθεί, που μπορούμε να γνωρίσουμε μέσω της εμπειρίας». Εδώ η φύση νοείται ως συνοπτικός όρος για «κάθε τι που υπάρχει σύμφωνα με νόμους», ο κόσμος ( που ονομάζεται φύση) μαζί με την ανώτατή του αιτία.» και αναζητείται μια θεωρία που να είναι επαρκής για τη μελέτη όλων των φυσικών φαινομένων και σκοπιμοτήτων που τα διέπουν.
Βέβαια αν η φύση σήμαινε την ύπαρξη των πραγμάτων ιδωμένων καθ’εαυτά, δεν θα μπορούσαμε, λέει ο Καντ, να την γνωρίσουμε, ούτε a priori ούτε a posteriori Επειδή αυτό που ενδιαφέρει τον Καντ είναι μια καθαρή φυσική επιστήμη, οι a priori συνθήκες για την δυνατότητά της εμπειρίας μας και οι πηγές απο τις οποίες πρέπει να πηγάζουν όλοι οι φυσικοί νόμοι, ασχολείται με την εμπειρία καθώς και με τις γενικές a priori συνθήκες για την δυνατότητά της και τον καθορισμό της φύσης ως του αντικειμένου κάθε δυνατής εμπειρίας.
Ο Καντ προσπαθώντας να πετύχει τη σύνδεση ρασιοναλισμού και εμπειρισμού, δεν αρκείται στις αισθητηριακές ικανότητες του ανθρώπου αλλά ερευνά τον ρόλο της νοητικής του ικανότητας και αναζητά τις καθαρά νοητικές έννοιες , που έχουν την πηγή τους, εντελώς a priori, μέσα στον καθαρό νού. Πρόκειται για τις δώδεκα κατηγορίες, που καλούνται να παίξουν το ρόλο που παίζουν οι δυό καθαρές έννοιες της εποπτείας ( του χρόνου και του χώρου ) στην μορφοποίηση των αισθητηριακών παραστάσεων, για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε εμπειρία της φύσης. Ολη η σχετική γνωσιολογική προσπάθεια του Καντ στοχεύει στην εξέταση της δυνατότητας της εμπειρίας, την σχέση της με τις καθαρά νοητικές έννοιες a priori και την κριτική ενέργεια του νού, προσδιορίζοντας τα απριορικά αξιώματα που αναφέρονται στην δυνατότητα κάθε εμπειρίας ως αντικειμενικής εμπειρικής γνώσης.
Ολη η προσπάθεια του Καντ κατατείνει στην απάντηση του κύριου υπερβατολογικού ερωτήματος του για το «Πώς είναι δυνατή η καθαρή Φυσική ; », «Πώς ειναι δυνατά τα καθαρά Μαθηματικά ; » και «Πώς είναι δυνατή η Μεταφυσική εν γένει ; », για να απαντήσει το αρχικό ερώτημα του: «Πώς είναι δυνατή η Μεταφυσική ως επιστήμη ; », που είχε πρωτοθέσει ο David Hume (1711-1776), στο περίφημο έργο του : “Philosophical Essays Concerning Human Understanding” (1748).
Τελικά η γνωσιοθεωρία του Καντ καταλήγει σε έναν αγνωστικισμό αφου πιστεύει οτι ο κόσμος μπορεί να γνωσθεί στο βαθμό που η νόησή μας είναι σε θέση να βάλει τάξη στο χάος των αισθητηριακών αντιλήψεων, με την βοήθεια των καθαρών μορφών της εποπτείας (χώρος, χρόνος) και των καθαρών μορφών της διάνοιας (κατηγορίες). Πράγμα που σε τελευταία ανάλυση σήμαινε οτι η ανθρώπινη διάνοια επέβαλε στην αντικειμενική πραγματικότητα τους νόμους της. Πάντως η φιλοσοφία του Καντ κρύβει εκτός απο κάποιες γνώσεις στο χώρο των φυσικών επιστημών και τον μεταφυσικό χαρακτήρα της, και μερικές σπουδαίες διαλεκτικές συλλήψεις όπως είναι η εξήγηση του σχηματισμού και της κίνησης του πλανητικού μας συστήματος απο την διαπάλη αντιτιθεμένων υλικών δυνάμεων.
Αυτή η πραγματιστική αντίθεση μετατρέπεται σε γενική αρχή του παγκόσμιου γίγνεσθαι στο έργο του: “Versuch den Begriff der negativen Groessen in der Weltweisheit einzufueren”(1763) Στην περίφημη «Κριτική του καθαρού Λόγου» επεξεργάζεται o Kant τους διαλεκτικούς προσδιορισμούς της γνώσης με αφορμή τα προβλήματα της ενότητας και πολλαπλότητας, του πεπερασμένου και του άπειρου, του μέρους και του όλου και χαρακτηρίζει την αντίφαση ως αναγκαίο προσδιορισμό της ανθρώπινης νόησης. Στο έργο του « Κριτική της κριτικής δύναμης» ( kritik der Urteilskraft) (1790) διατυπώνει για πρώτη φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας μια διαλεκτική αντίληψη για το πρόβλημα του ζωντανού οργανισμού και μια τελεολογική αρχή, για να εξηγήσει την σκοπιμότητα που παρατηρεί στη φύση. (Ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι των επι μέρους παραγράφων : (Β’.Μέρος). Κριτική της τελεολογικής δύναμης. $ 61. « Για την αντικειμενική σκοπιμότητα της φύσης », $ 64. « Για τα πράγματα ως σκοπούς της φύσης», $ 65 « Τα πράγματα ως σκοποί της φύσης είναι οργανωμένα όντα », $ 67. « Για την Αρχή της τελεολογικής κρίσης για τη φύση γενικά, ως σύστηματος σκοπών »,$ 68.« Για την Αρχή της τελεολογίας ως εσωτερικής Αρχής της φυσικής επιστήμης».
Ηδη στο έργο του : «Ιδέα για μια γενική Ιστορία απο κοσμοπολιτική άποψη» “Idee zu einer allgemeinen Geschichte in Weltburgerlicher Absicht ”(1784), γίνεται εφαρμογή της αρχής της πραγματικής αντίθεσης στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας και διατυπώνονται σκέψεις σαν την ακόλουθη. «Το μέσον που χρησιμοποιεί η φύση για την ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων της είναι ο ανταγωνισμός τους μέσα στην κοινωνία, στο βαθμό που αυτός τελικά αποτελεί την αιτία μιας τάξης σύμφωνα με κανόνες. Εχομε λοιπόν μια διαλεκτική, τελεολογική αντίληψη για την ισορροπία στην φύση και στην κοινωνία. Με αυτές τις διαλεκτικές σκέψεις γίνεται ο προπομπός της υπέρβασης της αντιδιαλεκτικής μεταφυσικής μεθόδου και της διαμόρφωσης μιας, έστω και ιδεαλιστικής, διαλεκτικής, τελεολογικής αντίληψης , που πρόκειται να γονιμοποιηθεί στη συνέχεια στη σκέψη των Fichte, Schelling και Hegel.
Στο “Opus postumum” του Καντ, τα χειρόγραφα που εκδόθηκαν για πρώτη φορά, μετά το θάνατο του , στα 1884, και σε πληρέστερη μορφή στα 1938, βρίσκεται καταγεγραμμένη η τελική διατύπωση της Φυσικής φιλοσοφίας του Καντ. Στις σημειώσεις αυτές, που αποτελούνται απο μια οχι και τόσο ταξινομημένη συλλογή χειρογράφων, δίνεται η εντύπωση σα να πρόκειται να εξυπηρετηθούν δύο διαφορετικά έργα. Ενα φιλοσοφικό και ένα έργο φυσικής επιστήμης. Πραγματικά ο Καντ τις είχε σκεφτεί ως μια συμπλήρωση των Κριτικών του έργων και επρόκειτο να πραγματευτεί το πέρασμα απο τις μεταφυσικές αρχές της φυσικής επιστήμης στην ίδια τη Φυσική. Αυτό εξηγείται απο μια νέα προσέγγιση της έννοιας της ύλης, και μιας νέας μεθόδου φιλοσοφικής θεμελίωσης της φυσικής επιστήμης. Υπάρχουν εδώ στοιχεία αρκετά για να ανατρέψουν την διαδεδομένη άποψη οτι ο Καντ δεν υπήρξε παρά ο μεταθεωρητικός της Φυσικής του Νεύτωνα ή της κλασσικής φυσικής επιστήμης που ήταν προσανατολισμένη στο πρότυπο της Μηχανικής του Νεύτωνα. (Βλ. σχετικά : Gerold Prauss, Kant. Zur Deutung seiner Theorie von Erkennen und Handeln, Koln 1973, S. 175, 192).
Το πρόβλημα που έχει να λύσει ο Καντ στο ο.p. είναι το πέρασμα απο τη Μεταφυσική της φύσης στη Φυσική επιστήμη με τη βοήθεια των πορισμάτων της Κριτικής του καθαρού Λόγου και των Μεταφυσικών Αρχών της Φυσικής επιστήμης (1786). Ομως μεταξύ της Μεταφυσικής της φύσης, που θεμελιώνεται σε a priori Αρχές και της Φυσικής υπάρχει ένα χάσμα που πρέπει να γεφυρωθεί. Αυτή η «μετάβαση», το «πέρασμα» απο τη μιά στην άλλη σχετίζεται με το ερώτημα για την αντικειμενικότητα της ιδιαίτερης , ειδικής γνώσης της φύσης. Για τον Καντ η λύση δίδεται στα πλαίσια του γεγονότος οτι η εμπειρία δεν μας έρχεται αλλά πρέπει να δημιουργηθεί απο εμάς, αφου μπορούμε να αποκομίσουμε απο την εμπειρία τόσα όσα εμείς είχαμε προηγουμένως τοποθετήσει σ’αυτήν. Το opus postumum επρόκειτο να λύσει το πρόβλημα του «περάσματος», της «μετάβασης» απο τις Μεταφυσικές Αρχές της Φυσικής επιστήμης στη Φυσική. Μερικοί ερευνητές του έργου του Καντ, όπως ο Κ. Fischer και ο E. Adickes, εξέφρασαν την άποψη οτι « δεν μπορούν να δούν ούτε τα θεμέλια ούτε τη φέφυρα» που να καλύπτει το «κενό» στο σύστημα της Κριτικής φιλοσοφίας του Καντ. Προχωρούν ακόμη παραπέρα ισχυριζόμενοι οτι όλος ο μόχθος του Καντ ήταν μάταιος επειδή ο στόχος που είχε βάλει ήταν απλώς μια fata morgana (Adickes, E., Kants Opus postumum,1920, S. 158,162.) Στην ίδια κατεύθυνση είχε προηγούμενα κινηθεί και ο Menzer, (1911), Tradition seit Fichte , ο οποίος θεώρησε το έργο ο.p. ως αδιάφορο, αφου ο Καντ κατα τη σύνταξή του δεν ήταν, όπως λέει, και τόσο καλά στα μυαλά του, ήταν ένας «ξεμωραμένος γέρος», ( «infantiler Greis») . Η άποψη αυτή σίγουρα δεν ευσταθεί, γιατί όπως είχε πεί ο Heimsoeth (1940) ( Kants Philosophie des Organischen in den letzten Systementwurfen, In: Blatter f. dt. Phil.14 (1940-41) S. 81-108) «o Kant φρόντιζε να σκέπτεται με την πέννα στο χέρι»( σ. 81) Οπως έδειξε ο Lehmann Gerhard., (Das philosophische Grundproblem in Kants Nachlasswerk .In : Bl .f .Dt. Phil.11 (1939 ), S.307-330).o Adickes έχει άδικο στις κρίσεις του για το ο.p. (οτι δηλαδή δεν περιέχει καμιά νέα προσέγγιση της τελεολογίας και οτι αποτελεί μιαν οπισθοδρόμηση στον προκριτικό δογματισμό ), επειδή ο Αdickes. δεν παίρνει υπόψη του ολόκληρη την προβληματική της «Κριτικής της κριτικής δύναμης», τις απόψεις του για την τελεολογική σκέψη, τη σχέση αιτιακής μηχανιστικής και τελεολογικής προσέγγισης , τη φύση ως σύστημα σκοπων και τη θέση του ανθρώπου στη φύση.
Στο οpus postumum απασχολεί τον Καντ το πρόβλημα της αντικειμενικότητας και της επιστημονικότητας της εμπειρικής διδασκαλίας για τη φύση, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πρόβλημα της δυνατότητας μιας εμπειρικής Φυσικής ως επιστήμης όπου εννοείται οτι δεν πρόκειται τόσο για θέματα περιεχομένου αλλά για τη μορφή και τη συστηματικότητα. Οπως συχνά τονίζει ο Καντ κατα την «μετάβαση» πρόκειται για «τη μορφή όχι για το υλικό μέρος της Φυσικής» (Ι,169.21), οτι η μετάβαση «θεμελιώνει ένα σύστημα, το οποίο όμως είναι μόνο μορφικό (formal) (ΙΙ 240.3, ΙΙ2451.15) ή αλλού λέει οτι « μια γενική διδασκαλία για τα σώματα...είναι αδύνατη κατα το περιεχόμενο (το υλικό της) και μόνο το μορφικό (formale) των αρχών της φυσικής έρευνας... μπορεί να μας δοθεί» (ΙΙ 245.18).
Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί περιττή αυτή η διδασκαλία της «μετάβασης» για να φτάσουμε στη Φυσική, αφου η κριτική στις βασικές αρχές της καθαρής διάνοιας είχε εκθέσει ταυτόχρονα και τους βασικούς νόμους της εμπειρίας, και μαζί και της Φυσικής, έτσι ώστε να φαίνεται οτι αυτή δικαιολογείται ως επιστήμη. Ο περιορισμός στη «μορφή» της Φυσικής ξενίζει αφου με την απάντηση του δεύτερου μέρους του υπερβατολογικού κεντρικού ερωτήματος. «Πώς είναι δυνατή μια καθαρή Φυσική επιστήμη; » θα πρέπει να έχει απαντηθεί ακριβώς αυτό το ερώτημα της δυνατότητας της Φυσικής κατά τη μορφή της, ανεξάρτητα απο το περιεχόμενό της. Ομως στο opus postumum δεν πρόκειται για μια καθαρή αλλά για μια εμπειρική Φυσική επιστήμη, στην οποία θα πρέπει να βρεθεί πέρασμα .
Ομως και οι «Μεταφυσικές Αρχές της Φυσικής επιστήμης», του1786, θα πρέπει να νοηθούν ως ένα «πέρασμα» στη Φυσική, βέβαια του καθαρού μέρους της, αφου οφειλαν με την αιτιολόγηση του καθαρού μέρους της Φυσικής επιστήμης να στηρίζουν κάθε απαίτηση επιστημονικότητας της εμπειρικής φυσικής διδασκαλίας. Οπως μας λέει ο Καντ ( MaGr ΙV) . «Κάθε πραγματική Φυσική επιστήμη χρειάζεται .. ένα καθαρό μέρος, πάνω στο οποίο να μπορεί να θεμελιώσει την αποδεικτική βεβαιότητα, την οποία αναζητεί η νόηση». Στο opus postumum το ερώτημα για τη δυνατότητα μιας αντικειμενικής εμπειρικής γνώσης της φύσης ανάγεται στο ερώτημα της δυνατότητας φυσικών πειραμάτων. Η δυνατότητα του πειράματος θεμελιώνεται σε μια δραστηριότητα ενός υποκειμένου, με την οποία αυτό, ο,τι κερδίζει απο την εμπειρία, το είχε προηγουμένως βάλει μορφικά μέσα σαυτήν, ενώ ταυτόχρονα τη στιγμή που ανοίγεται σε ορισμένες αισθήσεις (αισθητηριακές αντιλήψεις) (Wahrnehmungen) , τις ίδιες τις είχε προηγουμένως προσδιορίσει μορφικά.
O Καντ αφου κατέδειξε στις MaGr τη δυνατότητα του καθαρού μέρους της φυσικής επιστήμης (δηλαδή τη δυνατότητα της εφαρμογής των βασικών αρχών της καθαρής διάνοιας στην εκτατή φύση γενικά ), στο opus postumum ξαναθέτει το ερώτημα της δυνατότητας της ειδικής γνώσης της φύσης , ιδιαίτερα της Φυσικής επιστήμης και κατά την εμπειρική της πλευρά. Η λύση που προτείνει μας δείχνει οτι το υποκείμενο με τη χρήση ορισμένων μέσων εννοιών θέτει τις κατηγορίες μέσα στην ιδιαίτερη φύση που θέλει να γνωρίσει, με τη μεσολάβηση του σώματός του επιχειρεί πειράματα, σύμφωνα με έννοιες που τις είχε προηγουμένως σκεφτεί, οι οποίες ακριβώς στο πείραμα αποκτούν τη σχέση τους με τις εμπειρικές κινητήριες δυνάμεις, και έτσι το υποκείμενο καταφέρνει μέσω ενός σχηματισμού (Schematismus der Kategorien) των κατηγοριών να φτάσει σε μια αντικειμενική εμπειρική γνώση της φύσης. Αυτό το καθήκον είχε αναλάβει το «Πέρασμα απο τη Μεταφυσική της φύσης στη Φυσική» και με αυτό δείχνει ο Καντ αυτό που ήθελε να αποδείξει (dokumentieren) η «μετάβαση»/.το πέρασμα/(Ubergang), δηλαδή την πραγματική εφαρμοσιμότητα (reelle Anwendbarkeit} της Υπερβατολογικής του Φιλοσοφίας.
Ομως η Φιλοσοφία της φύσης προσπαθεί να γνωρίσει τη φύση με ένα διπλό τρόπο. Πώς δηλαδή είναι τελεολογικά δομημένη, σε σχέση με τους σκοπούς της ζωής, ( και της ανόργανης αφου σύμφωνα με τη διατύπωσή του Καντ, «δεν υπάρχει κανένα αυστηρά ανόργανο σώμα» ΙΧ, 251 ) και πως είναι προσαρμοσμένη σε σχέση με τον άνθρωπο ως τον τελικό σκοπό της. Οι σκοποί της ζωής δεν αποτελούν ούτε αιτία ούτε αποτέλεσμα της ζωής, είναι σκοποί που δίνουν νόημα στις προτάσεις για τον χαρακτήρα των φυσικών αντικειμένων ως μέσων για κάτι άλλο, και την ταυτόχρονη συνύφανση αυτών των μέσων ώστε να καταστούν δυνατοί οι σκοποί. Τους σκοπούς της ζωής τους πληροφορούμαστε πρώτα σε μας τους ίδιους, ως φυσικά όντα και τους ξαναβρίσκουμε στην οργανική ζωή η οποία μας περιλαμβάνει και εμάς που μπορούμε να γνωρίζουμε. Το γνωρίζειν θα πρέπει εδώ να νοηθεί με την έννοια του Γκαίτε και των αρχαίων Ελλήνων : « Γνωρίζουμε τη φύση όταν αφήνουμε τα πράγματα όπως είναι, όπως δείχνουν τον εαυτό τους απο μόνα τους. Ο ύψιστος αναβαθμός της γνώσης είναι ασυμβίβαστος με την διαταραχή και την παρεμπόδιση των διαδικασιών της.( Σκέψεις οικολογικά πάρα πολύ επίκαιρες για την εποχή μας κατά την οποία η εργαλειακή γνώση θέτει σε μη αναστρέψιμους κινδύνους τη βιόσφαιρα.). Ο μοναδικός τρόπος έρευνας , που αφήνει τη φύση άθικτη, είναι αυτός της συμμετοχής/ μέθεξης/ της συμπαιγνίας. (mitspielens).Με την επίγνωση της αμοιβαίας σύνδεσης με τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο επιστρέφεται στον οργανικό κόσμο κάτι που του είχε αφαιρεθεί στους νεώτερους χρόνους, εννοείται απο τα πάνω προς τα κάτω, την έννοια της αξιοπρέπειας που την γνωρίζουμε μόνο απο την οντολογική περιοχή του ανθρώπου. Αυτή η φυσική φιλοσοφία είναι βέβαια τόσο λίγο ικανή, όσο και κάθε άλλη, να θεμελιώσει μιαν Ηθική. Αποτελεί όμως ήδη έκφραση μιας ορισμένης ηθικής στάσης : να θέλουμε δηλαδή να γνωρίσουμε τη φύση όπως εμφανίζεται η ίδια, να αφήνουμε τη φύση ως φύση στην πορεία της. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει ο άνθρωπος να μπορεί να θέτει και την οργανική φύση στην υπηρεσία του. Ομως η δίκαιη ηγεμονία πάνω στη φύση σημαίνει επίσης και φροντίδα, τη μέριμνα γι’αυτήν. Η εξακολούθηση της καταπίεσης της φύσης εκδικείται με την εξάντληση των φυσικών πόρων, με καταστροφικές απαντήσεις (καταστροφή του στρώματος του όζοντος, αποσταθεριοποίηση του κλίματος του πλανήτη μας κ.α.) καθώς και με παρεμβάσεις στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, (με τη βοήθεια της βιοτεχνολογίας) που μετατρέπεται σε δομικό υλικό μιας τεχολογικής πυραμίδας χειραγώγησης. Η πρόοδος που δεν διαθέτει καμιά κατανόηση αγνοεί και το ίδιο το δικό της τέλος, που θα της το θέσει η ίδια η φύση.
Ο άνθρωπος που θέλει να κατανοήσει τη φύση, μπορεί να την κατανοήσει, όταν δεν την ερμηνεύει μόνο σε σχέση με τον εαυτό του, αλλά όταν κατανοεί και τον εαυτό του, με συμβιωτικό τρόπο ως συγγενή με όλη τη φύση, μέσω της ζωής. Ομως ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τον εαυτό του όχι μόνο ως φυσικό όν αλλά και ως όν της ελευθερίας, που μπορεί να σταθεί απέναντι στη φύση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να ακολουθεί απαρέγκλητα τους σκοπούς της ζωής, αφού διαπιστώνει ένα δεύτερο δέον της ηθικότητας ως ανυπόθετη απαίτηση στην πρακτική του διάνοια. Μια οργανική φιλοσοφία της φύσης, όπως την πρωτογνωρίσαμε στον Αριστοτέλη και στη συνέχεια στον Καντ απο υπερβατολογική φιλοσοφική άποψη, δεν χάνει κανένα φαινόμενο της μοντέρνας Βιολογίας ή της Ιατρικής αλλά είναι σε θέση να τα κατανοήσει , αφού επιτρέπει στον άνθρωπο να τεθεί απέναντί τους σε άμεση σχέση. Η εναλλακτική λύση που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη φυσική έρευνα στην περιοχή των έμβιων όντων, δεν είναι μεταξύ μιας αποτελεσματικής αιτιακής έρευνας ή μιας σκοποθεσίας (finalisierung), αλλά αν ο άνθρωπος θα είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση και να την ερμηνεύσει ανθρωπομορφικά ή αν δεν θα καταλήξει ο ίδιος στον ανθρωπομορφισμό.
Τελικά ακόμη και αν ο Καντ στο επίπεδο των φυσικών επιστημών της εποχής του, δεν συγκεκριμενοποίησε και τόσο πολύ τα αποτελέσματα της Μεταφυσικής του, και γιαυτό το λόγο σε πολλά θέματα δεν αναγνωρίζεται σήμερα, όμως η προβληματοθεσία του περιέχει έναν πολύ βαθύτερο πυρήνα απο ότι συνήθως υποπτευόμαστε. Αν η διδασκαλία του για τις κατηγορίες θεωρηθεί ορθή στα θεμέλιά της τότε θα πρέπει να υπάρχει ένα πέρασμα απο την επιστήμη προσδιορισμού των ορίων , που ο Καντ την ονόμαζε Μεταφυσική , στη Φυσική επιστήμη, έστω και αν ο ίδιος λόγω του επιπέδου των φυσικών γνώσεων της εποχής του δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει και να προχωρήσει την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών του στα συμβαίνοντα στη φύση και να ολοκληρώσει τη δική του Φιλοσοφία της φύσης σφαιρικά.
Το μεγάλο επίτευγμα πάντως του Καντ έγκειται στην προσπάθειά του να μετατρέψει τη Μεταφυσική σε μια πραγματική επιστημονική διδασκαλία και ως τέτοια να μπορεί να θεωρείται απαραίτητο θεμέλιο κάθε επιστημονικής σκέψης.

Επιλογή σχετικής βιβλιογραφίας.

Butts, R., (ed) , Kant’s Philosophy of Physical Science, Dordrecht, 1986.
Gerhard, V.,-Kaulbach, Fr., Kant, Darmstadt 1979.
Gloy, K., Die Kantische Theorie der Naturwissenschaft, Berlin 1976.-
Hoppe, H., Kant’s Theorie der Physik. Eine Untersuchung ueber das Opus postumum, Frankfurt 199969.-
Kaulbach,F., Kant’s Metaphysik der Natur, ZfPhF30, 1976.-
Kopper, J., Malter, R., Hrsg), Immanuel Kant zu ehren, Fr.a.M., 1974.
Lehmann, G., Das philosophische Grundproblem in Kants Nachlasswerk, 1937.-
Loew, R., Philosophie des lebendigen .Der Begriff des Organischen bei Kant, sein Grund und seine Aktualitaet, Fr. a..M. 1980.
Plass, P., Kants Theorie der Naturwissenschaft, Goettingen 1965.-
Tuschling,B., Metaphysische und transzedentale Dynamik in Kants Opus postumum, Berlin 1971.-- Kants “Metaphysische Anfangsgruende der Naturwissenschaft’ und das Opus postumum, .. Prauss (Hrsg) 1973.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου