Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ.


Αρχίζοντας με την αριστοτελική θεωρία για το χρόνο θα ήθελα να σας προειδοποιήσω οτι δεν είναι απο τα πιο ξεκάθαρα σημεία της φιλοσοφίας του ούτε απο τα πιό ευκολονόητα. Η τεράστια και αλληλοσυγκρουόμενη σχετική βιβλιογραφία βεβαιώνει τον παραπανω ισχυρισμό μου. Απο τους ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη θεωρία του Αριστοτέλη για το χρόνο ελάχιστοι είναι εκείνοι που θεωρούν οτι αυτή στερείται κάθε ενδιαφέροντος σήμερα. Κι αυτοί πάλι που απορρίπτουν την αριστοτελική σκέψη, ως προεπιστημονική, συνήθως κάνουν μια εξαίρεση σχετικά με τις ερευνές του στο πρόβλημα του χρόνου. Ενδιαφέρουσα είναι και η μετάθεση του ερευνητικού ενδιαφέροντος σχετικά με την προβληματική γύρω απο τον χρόνο. Ενω για πολλές δεκαετίες είχε επιχειρηθεί μια ερμηνεία απο τη σκοπιά της Φυσικής τελευταία το φιλοσοφικό ενδιαφέρον στρέφεται σε ότι σχετίζεται με την ιστορικότητα.



Αναφέραμε στην αρχή τις δυσκολίες κατανόησης της αριστοτελικής έρευνας για το χρόνο, όπως είναι διατυπωμένη στο έργο του : « Tα Φυσικά ». Ιδιαίτερα στα κεφάλαια 10-14 του τετάρτου βιβλίου των Φυσικών. Η καλύτερη αποκρυπτογράφηση των δύσκολων σημείων απαιτεί τη μελέτη τόσο των ελληνων Σχολιαστών ( του Θεμίστιου, του Συμπλίκιου, του Φιλόπονου) όσο και του Θωμά του Ακυινάτη και των νεώτερων και σύγχρονων συνεισφορών. Η μέθοδος που χρησιμοποιούν συνήθως οι σχολιαστές είναι η ερμηνεία και παράφραση, φράση –φράση, μικρών ενοτήτων. Ομως αυτή η μέθοδος μπορεί να είναι χρήσιμη για την απόδοση κειμένων με οργανική και ολοκληρωμένη συνοχή δεν ταιριάζει όμως καθόλου στην αριστοτελική έκθεση του προβλήματος του χρόνου. Οπως δείχνει η μελέτη της διάταξης και του ύφους των επι μέρους κεφαλαίων, των Φυσικών του Αριστοτέλη, τα κείμενα δεν πρέπει να προορίζονταν για δημοσίευση ή παραπέρα διάδοση. Οι αναλύσεις του για το χρόνο απαρτίζονται απο μιά σειρά λίγο πολύ αυτόνομων θεμάτων προς συζήτηση, που όμως σχετίζονται κατά κάποιο τρόπο με το χρόνο. Ισως καθέ ένα τέτοιο θέμα το συζητούσε ο Αριστοτέλης, σε χωριστή συνδρίαση. Αργότερα έγινε η συρραφή τους, στη σημερινή τους μορφή, χωρίς καμμιά προσπαθεια να μετουσιωθούν σε ένα οργανικό όλον. Τα διάφορα αποσπάσματα που αναλύουν κεντρικά σημεία της προβληματικής του χρόνου ( τον ορισμό του χρόνου μαζί με τις εμπειρικές αναλύσεις που οδηγούν σ’αυτόν, το Νυν, τον χρόνο ως το μέτρο της κίνησης, το πρόβλημα της σχέσης χρόνου και ψυχής) δεν συνδέονται μεταξύ τους μέσω της έννοιας του χρόνου που τα διαπερνά.
Αν θέλαμε να δώσουμε μιαν άμεση εικόνα της προοπτικής μέσα απο την οποία ο Αριστοτέλης προσεγγίζει το πρόβλημα του χρόνου θα έπρεπε αρχικά να αναφερθούμε στο κεντρικό θέμα των Φυσικών, της Φυσικής φιλοσοφίας του. Αυτό είναι η φύση και οι αρχές της, ειδικότερα η κίνηση και οι αιτίες της. Στην περιοχή της φύσης ανήκει ο,τι έχει μέσα του αρχή κίνησης. Ο χρόνος συλλαμβάνεται μαζί με το άπειρο, τον τόπο και το κενό, τα οποία επεκτείνονται σε όλα τα όντα. Στην αρχή της εξέτασης του χρόνου ο Αριστοτέλης εξετάζει το χρόνο σε σχέση με την κίνηση. «Τούτο γάρ έστιν ο χρόνος, αριθμός κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον» (219 β1-2). Αν δεν αισθανόμαστε καμιά κίνηση δεν έχομε καμιά αίσθηση του χρόνου, μας λέει. Σε κάθε κίνηση υπάρχει χρόνος. Δεν υπάρχει κίνηση χωρίς χρόνο. Η καθοδηγητική αρχή της έρευνάς του αποτελεί το ότι αυτό μόνο ανήκει στη φύση του χρόνου, το οποίο είναι απαραίτητο για την αίσθηση του χρόνου.Τότε μας λέει αισθανόμαστε το χρόνο όταν στο συνεχές της κίνησης αντιληφθούμε δύο Νύν χωριστά και διαφορετικά μεταξύ τους ως ένα πριν και ένα μετά στην κίνηση. Αυτό αποτελεί την φύση/ουσία του χρόνου και την ορίζει ως τον « αριθμό της κίνησης κατα το πρότερον και ύστερον».Ο χρόνος αποτελεί το «μέτρον της κινήσεως» (221 α 9). Σημειώνει δε οτι ο αριθμός έχει δυό σημασίες . Ειναι αυτό με το οποίο μετράμε και το μετρήσιμο το ίδιο. Τη δεύτερη σημασία έχει η λέξη στον ορισμό του χρόνου. Μέ βάση τον ορισμό και την ανάλυση που προσθέτει σ’αυτόν προχωρεί ο Αριστοτέλης στην εξήγηση της ενότητας του χρόνου και του τώρα/νύν. («και τότε φαμέν γεγονέναι χρόνον, όταν του προτέρου και υστέρου εν τη κινήσει αίσθησιν λάβωμεν» ( 219α23) .
Ο χρόνος είναι κάτι στην κίνηση (218β9). Δεν είναι κίνηση μέν (218β9-20) αλλά δεν είναι ανεξάρτητος απο την κίνηση(218β21-219α2) . Ο χρόνος είναι πανω στην κίνηση (219α2-10). Áδύνατον χρόνον χωρίς κινήσεως είναι» (Περι γεν. κ.φθοράς ΙΙ, 10, 337α23-24). Κάθε μεταβολή και κάθε κινησις «εν χρόνω εστίν» (223α13-15)
Χρόνοι που ακολουθούν ο ένας τον άλλο διαθέτουν μιαν ειδική ενότητα. Τα «νύν» που διαδέχονται το ένα το άλλο διαθέτουν απο μια ορισμένη άποψη αριθμητική ενότητα Αν και ουσιαστικά διαφέρουν μεταξύ τους εχουν την ίδια φύση..Το «νύν» αποτελεί ένα είδος μεσότητας. «Το δε νύν εστι μεσότης τις, και αρχήν και τελευτήν έχον άμα, αρχήν μεν του εσομένου χρόνου, τελευτήν δε του παρελθόντος»(251β20). Κατα τον Αριστοτέλη το “νύν” για να υπάρξει θα πρέπει να είναι ή πάντα διαφορετικό ή πάντα το ίδιο, όμως δεν μπορεί να είναι κανένα απο τα δύο! Το “νύν” δεν μπορεί να είναι πάντα διαφορετικό γιατί για να συμβεί αυτό θα έπρεπε ένα πρότερο “νύν” να πάψει να υπάρχει για να δώσει τη θέση του σε ένα ύστερο “νύν”. Και δεν μπορεί να σταματήσει να υπάρχει ούτε μέσα στον εαυτό του ουτε μέσα σε ενα άλλο “νύν”, αφού δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή δύο ταυτόχρονες στιγμές, δύο “νύν”. Ούτε πάλι μπορεί να είναι πάντα το ίδιο γιατί τότε θα ήταν τα σημερινά συμβάντα τα ίδια που συνέβησαν πριν απο 1000 χρόνια, αφού θα λάμβαναν χώραν στο ίδιο “νύν”. Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει αυτή τη δυσκολία με την διασπίστωση οτι το “νύν» δεν είναι ούτε πάντα και αποκλειστικά το ίδιο ούτε μόνο διαφορετικό. Ειναι και τα δύο, όμως απο διαφορετική άποψη..Το «νύν» απο ουσιαστική άποψη είναι το προτερον και το ύστερον στην κίνηση, ως μετρήσιμο. Απο αυτή την άποψη τα «νύν» είναι πάντα διαφορετικά .Ομως το πρίν και το μετά, το κινούμενο δηλαδή παραμένει το ίδιο κατα την υπόστασή του. Αν και κινούμενο, αν και προτερο και ύστερο στην κίνηση παραμένει σταθερά... αυτός ο λίθος, αυτός ο άνθρωπος. Γιαυτό και παραμένει το «νύν» (το τωρινό), που δεν είναι τίποτε άλλο απο το πρότερο και ύστερο στην κίνηση, το ίδιο κατά την υπόστασή του.
Κατά την επεξεργασία του ορισμού του χρόνου ο Αριστοτέλης ισχυρίστηκε οτι υφίσταται μια αναλογία ανάμεσα σε τρία συνεχή, τον χρόνο, την κίνηση και το μέγεθος.επειδή η σταθερότητα του χρόνου στηρίζεται σ’αυτήν της κίνησης και εκείνη πάλι σ’αυτήν του μεγέθους που διατρέχει το κινούμενο σώμα, και μιας και τα συνεχή είναι σταθερά, γιαυτό το λόγο και το πρότερον και ύστερον του χρόνου και της κίνησης είναι ανάλογο με το πρίν και το μετά του μεγέθους και συνάγεται απο αυτό. Το μέγεθος συνιστά την Αρχή της αναλογίας. Ως τέτοιο μοιράζεται με τα ανάλογά της τον στατικό του χαρακτήρα. Κατά μια δεύτερη αναλογία ο χρόνος αντιμετωπίζεται όχι ως κάτι που μετρήθηκε πραγματικά, αφού δεν υπάρχει καμιά πραγματική ποικιλομορφία απο «νύν». Ο χρόνος είναι πιό πολύ το μετρήσιμο, που δημιουργείται μέσω της ροής των επι μέρους «νύν». Πρόκειται λιγότερο για ένα ολοκληρωμένο συνεχές όσο για αυτό που προκύπτει απο την ροή του «νύν», ακριβώς όπως η κίνηση δημιουργείται απο το κινούμενο σώμα. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται ο Αριστοτέλης να δίνει δυό διαφορετικές σημασίες στην έννοια του χρόνου, που γίνονται σαφέστερες στις αναπτύξεις του για το «νύν». Ισχυρίζεται οτι το «νύν» διαιρεί το χρόνο, αφου αποτελεί την αρχή του μέλλοντος και το τέλος του παρελθόντος. Ομως διαφορετικά απο το σημείο το οποίο διαιρεί πραγματικά μια γραμμή, το «νύν» διαιρεί το χρόνο μόνο «δυνάμε»ι. Το σημείο διαιρεί πραγματικά επειδή είναι στατικό, το «νύν» διαιρεί το χρόνο μόνο «δυνάμει», επειδή ακολουθώντας το κινούμενο σώμα, είναι δυναμικό. Προφανώς υπάρχει για τον Αριστοτέλη ένα «νύν», το οποίο συλλαμβάνεται εικονικά με τον τρόπο ενός σημείου πάνω σε μια γραμμή, και ένα άλλο «νύν» που προηγείται αυτής της εικονικής παράστασης. Αντίστοιχα υπάρχει ένας χρόνος που παρίσταται ως ένα στατικό συνεχές και ένας δυναμικά δημιουργημένος χρόνος που προηγείται της εικονικής του αναπαράστασης. Η ύπαρξη μιας διαίρεσης υπογραμμίζεται απο τον Αριστοτέλη όταν μιλάει για αδιαίρετα «νύν» που είναι μέσα στο χρόνο και το «νύν» που είναι χρόνος. Τα πρώτα σχηματίζουν μια πραγματική πολλαπλότητα, κάτι μετρήσιμο και μπορούν ως εκ τούτου να εξηγηθούν μέσω της δραστηριότητας της ανθρώπινης συνείδησης που συλλαμβάνει την κίνηση και το χρόνο ως έχοντα έκταση και τον διαιρεί σε πρότερο και ύστερο. Το τελευταίο δεν είναι κάτι το μετρημένο αλλά το μετρήσιμο, αφου ο Αριστοτέλης μας λέει ρητά οτι το πρίν και το μετά στην κίνηση ως μετρήσιμο (και ως εκ τούτου πρότερο της δραστηριότητας της συνείδησης) είναι το «νύν».
Σχετικά με τη φύση του χρόνου μας λέει (219β1) τα έξής : «τούτο γάρ έστιν ο χρόνος, αριθμός κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον»... , «αριθμός άρα τις έστιν ο χρόνος»....., «ο δε χρόνος έστί το αριθμούμενον και ούχ’ ‘ω αριθμούμεν»
Το ότι ο αριθμός, που είναι ο χρόνος, στα μάτια του Αριστοτέλη είναι όχι μόνο το πραγματικά μετρηθέν πάνω στην κίνηση, αλλά και το μετρήσιμο, η δυνατότητα της κίνησης να μετρηθεί, γίνεται μη αμφίσβητήσιμο κατα τις αναπτύξεις που επιχειρει για τη σχέση του χρόνου προς την ψυχή του ανθρώπου. Στο ερώτημα αν θα υπήρχε χρόνος αν η ψυχή, που μόνο αυτή είναι σε θέση να μετρά, δεν υπήρχε, ο Αριστοτέλης απαντά οτι δεν θα υπήρχε ο χρόνος, παρά μόνο το υποκείμενο του χρόνου, η κίνηση. Επειδή αν δεν υπάρχει η ψυχή η κίνηση δεν θα ήταν μετρήσιμη, και η κίνηση είναι χρόνος μόνο στο βαθμό που είναι μετρήσιμη. Το μετρήσιμο της κίνησης αποτελεί αναγκαίο και επαρκή όρο της ύπαρξης του χρόνου. Ο χρόνος δεν είναι μόνο κίνηση ως πραγματικά μετρημένη πολύ περισσότερο αποτελεί ήδη το μετρήσιμο της κίνησης χρόνο. Ο χρόνος, ο οποίος σύμφωνα με την ουσία του αποτελεί τον αριθμό της κίνησης κατά το πρότερον και ύστερον, αποτελεί επίσης το μέτρον της κίνησης. Ο χρόνος παρουσιάζεται μέσα σε κάθε κινητό, ως αριθμημένος όμως χρόνος εξαρτάται απο την ύπαρξη της ψυχής που αριθμεί. Ο χρόνος και η κίνηση μετρά το ένα το άλλο. Αυτό το αμοιβαίο μέτρημα δεν πηγάζει μόνο απο στη φύση του χρόνου. Προυποθέτει εκτός απο την ύπαρξη της κίνησης γενικά και την ψυχή που μετρά, επιπλέον την ύπαρξη ομοιόμορρφης κυκλικής κίνησης. Την κυκλική κίνηση των ουρανίων σωμάτων. Ο χρόνος μετρά τις άλλες κινήσεις έμμεσα και μετράται απο αυτές επίσης μόνο έμμεσα. Ο χρόνος είναι αρχικά και κυρίως το μέτρον της ομοιόμορφης κυκλικής κίνησης, της «κυκλοφορίας» των όντων και αποτελεί με τον ίδιο τρόπο τον αριθμό όλων των κινήσεων.
Η έννοια του χρόνου δεν χρησιμοποιείται απο τον Αριστοτέλη μόνο στα Φυσικά, που αναφέρονται στην περιοχή της φύσης στην οποία υπαγονται όλα όσα έχουν μέσα τους την αρχή της κίνησης, που θεωρείται ως ενα απο τα τέσσερα φυσικά αίτια. Στα Μετά τα Φυσικά, στο τέταρτο βιβλίο, όπου εξηγεί τη φιλοσοφική του ορολογία, αναφέρεται στο «πρότερα» και «ύστερα» κατά την φύση και την ουσία κατά την αίσθηση, κατά τον χρόνο, την κίνηση και την δύναμη.
Στο έργο του Περί ψυχής, στο τρίτο βιβλίο, ορίζει την ψυχή των ζώων σύμφωνα με δύο δυνάμεις, την «κριτική» που είναι έργο της διάνοιας και της «αίσθησης, και τη «δύναμη» που κινεί το ζώον στην «κατά τόπον κίνησιν».(432α15). Μιλώντας για τα «μόρια» της ψυχής αναφέρει το θρεπτικόν, το αισθητικόν, το φανταστικό και το ορεκτικόν. Αυτό που τον ενδιαφέρει κυρίως είναι να δεί «τι το κινούν κατά τόπον το ζώον»..την πορευτικήν κίνησιν». Αυτό που κινεί δεν μπορεί να είναι η θρεπτική ψυχή, επειδή η κίνηση αυτή γίνεται πάντοτε «ένεκα του», για κάποιο σκοπό, και συνοδεύεται απο τη «φαντασία» και την «όρεξη». Η «πρακτική διάνοια» και η «όρεξη» κινούν. Σε τελευταία ανάλυση κινεί «το ορεκτόν», το αντικείμενο της επιθυμίας, κι’αυτό είναι ή το αγαθόν ή το φαινόμενον αγαθόν. Οχι όμως κάθε αγαθό γενικά αλλά «το πρακτόν αγαθόν». «Πρακτόν δ’εστι το ενδεχόμενον και άλλως έχειν». Το ορεκτόν «κινεί ού κινούμενον, τω νοήθήναι ή φαντασθήναι (433β12). Αυτό που μένει ακίνητο είναι «το πρακτόν αγαθόν», το «κινούν και κινούμενο» είναι το ορεκτικόν, το δε κινούμενον είναι το ζώον.(433β16-18). Το ορεκτικό όμως δεν υπάρχει κατα τον Αριστοτέλη «άνευ φαντασίας». Η φαντασσία πάλι είναι ή «λογιστική» ή «αισθητική».(433β28-30). Η «αισθητική φαντασία υπάρχει και στα άλλα ζώα η «βουλευτική» ή «λογιστική φαντασία» μόνο στον άνθρωπο, γιατί αν θα πράξει τούτο ή εκείνο αποτελεί έργο του λογισμού και προυποθέτει οτι διαθέτουμε ένα μέτρο με το οποίο μετράμε τα πράγματα και επιδιώκουμε το «μείζον» .Ο άνθρωπος είναι σε θέση «εν εκ πλειόνων φαντασμάτων ποιείν», όντας ικανός να αποκτήσει εμπειρία, που φυτρώνει πάνω στη μνήμη. Επειδή ο άνθρωπος είναι ένα όν που διαθέτει την αίσθηση του χρόνου και είναι προικισμένος με μνήμη και ανάμνηση μπορεί να σχεδιάζει τις μελλοντικές στιγμές της ζωής του στηριζόμενος στην συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση,. Οπως πολύ περιεκτικά μας λέει ο Αριστοτοτέλης, στο πρώτο κεφάλαιο των Μετά τα Φυσικά (980β10), οι πολλές μνήμες του ίδιου πράγματος μιας εμπειρίας αποτελούν μια δύναμη που πλησιάζει εκείνη της τέχνης και της εμπειρίας. Χαρακτηριστικός είναι σχετικά και ο αφορισμός του οτι : « Ηδεία εστι του μεν παρόντος η ενέργεια, του δε μέλλοντος η ελπίς, των δε γεγενημένων η μνήμη»..Ειναι γλυκειά η δράση του παρόντος, του μέλλοντος η ελπίδα και του παρελθόντος η μνήμη !.
Στο έργο του Αριστοτέλη «Περί μνήμης και αναμνήσεως» έχομε λεπτομερείς και ενδιαφέρουσες αναλύσεις σχετικά με την μνήμη, τις νοητικές εικόνες που τη συνοδεύουν, την ανάμνηση και τη διαδικασία μάθησης. Μια ευρεία κλίμακα πραγμάτων μπορούν να αναμνησθούν π.χ. γεγονότα (που έμαθε καποιος, που άκουσε, ή είδε ή σκέφτηκε) (449β20-2), αντικείμενα επιστημονικής γνώσης (451α29), ένα πρόσωπο (450β30), ένα όνομα (452β5), μαθηματικά αντικείμενα (452α3), συμβάντα (452β17-22) , το παρελθόν ( 449β15, β28).
Η σπουδαιότητα της αριστοτελικής εξήγησης του χρόνου, ανεξάρτητα του πώς την αποτιμά κανείς σήμερα, εγκειται ίσως στο ότι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε άν όχι το χρόνο τον ίδιο, τις δυσκολίες κατανόησης του!.Ακόμη κι αν δεν μας ικανοποιεί απόλυτα μας εξηγεί γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί όπως μας λέει και για την κίνηση, αυτή «χαλεπόν αυτήν λαβείν τι έστιν», «χαλεπήν ιδείν», επειδή η κίνηση είναι κάτι το «αόριστον» που δεν ανήκει ούτε στην δυνατότητα του όντος ούτε στην πραγματικότητά του. (« Ούτε εις δύναμιν των όντων ούτε εις ενέργειαν »).Δηλαδή δεν είναι ούτε ενεργεία ούτε δυνάμει ενα όν. Αποτελεί ένα είδος πραγματικότητας, «ενέργειά τις», αλλά ατελή, «ατελής δε», επειδή αποτελεί την πραγμάτωση ενός δυνάμει όντος, στο βαθμό που αυτό είναι δυνητικό.( «η του δυνάμει όντος εντελέχεια, ή τοιούτον»), όμως το δυνητικό είναι ατελές, («ατελές το δυνατόν».(Φυσικά ΙΙΙ, 1, 201α10-11, 2, 201β28-29, 31-33, 202α2).
Η κίνηση είναι δύσκολο να συλληφθεί, αντιστέκεται σε έναν εννοιολογικό της προσδιορισμό απο την διάνοιά μας, επειδή δεν είναι είναι αντίστοιχη προς αυτήν. Τα δυό δεν είναι μεταξύ τους συντονισμένα, όχι επειδή η κίνηση υπερβαίνει τον ορίζοντα της διάνοιας μας, ίσως επειδή βρίσκεται κάτω απο αυτήν. Η συνείδηση του ανθρώπου είναι προορισμένη για την κατανόηση του όντος, της πραγματικότητας με την πλήρη σημασία της λέξης, δηλαδή σύμφωνα με την αριστοτελική οντολογία, της μορφής. Ομως η κίνηση λαμβάνει χώραν κάτω απο αυτό το επίπεδο της πραγματικότητας. Δεν είναι ένα όν, μια πλήρης πραγματικότητα ή μια μορφή, αλλά η πορεία προς αυτήν, μόνο απο αυτή την άποψη, ως οδός προς το πραγματικά όν, μπορεί να την συλλάβει το πνεύμα μας, ατελώς, επειδή η κίνηση αποτελεί μιαν ατελή πραγματικότητα.
Αν τέλικά η κίνηση εμπεριέχει ενα στοιχείο παραλογισμού και εφόσον ο χρόνος κατα τον Αριστοτέλη είναι κάτι επάνω στην κίνηση, κάτι που ακολουθεί την κίνηση, τότε γίνεται σαφές πόσο πιό δύσκολο είναι να κατανοήσουμε τι είναι ο χρόνος μόνος του. Επομένως ο χρόνος της κίνησης, την οποία ακολουθεί ως ιδιότητά της, δεν μπορεί να έχει παρά μιαν ατελή ύπαρξη. Κατά συνέπεια θα πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι με όσα, παρά τις δυσκολίες του θέματος, μας προσφέρει ο Αριστοτέλης, με τόσο εύστοχο τρόπο.
Οι αντιλήψεις του Αριστοτέλη για την κίνηση και το χρόνο επικράτησαν για αιώνες. Στην αρχή των νεωτέρων χρόνων, την εποχή του Γαλιλαίου, η εικόνα του σύμπαντος μεταβάλλεται. Τα διαισθητικά συμπεράσματα του Αριστοτέλη, που στηριζόντουσαν στην απλή άμεση παρατήρηση, αντικαταστάθηκαν απο την πειραματική μέθοδο και τον επιστημονικό συλλογισμό, καταλήγοντας έτσι σε μιά βαθύτερη κατανόηση του προβλήματος της κίνησης. Οι απόψεις του Γαλιλαίου για την κίνηση και την ταχύτητα πρόκειται στη συνέχεια να διατυπωθούν, με νέο τρόπο, απο το Νεύτωνα, στο νομο της αδράνειας , στη βάση της κλασσικής Μηχανικής που χρησιμοποιεί τις έννοιες της δύναμης και της μεταβολής της ταχύτητας. Τα νέα πειραματικά συμπεράσματα που συνάγονται απο τα αρχικά οδηγητικά νήματα δεν είναι μονάχα ποιοτικά αλλά και ποσοτικά. Για να φτάσουμε σε ποσοτικά συμπεράσματα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη μαθηματική γλώσσα. για να είμαστε σε θέση να συγκρίνουμε τα συμπεράσματα με το πείραμα. Ετσι η κλασσική μηχανική είναι σε θέση να προβλέψει τη μελλοντική πορεία ενός κινουμένου σώματος και να αποκαλύψει την προηγούμενη πορεία του, αν ξέρει την τωρινή του κατάσταση και τις δυνάμεις που επιδρούν επάνω του. Ομως η συνέχεια των ερευνών ανάγκασε τους επιστήμονες να εγκαταλείψουν και τη μηχανιστική αντίληψη της φύσης που απέτυχε να δώσει μια πειστική θεωρία του φωτός και την ταχύτητά του, με τη χρήση των μηχανικών δυνάμεων. Ηδη απο τα μέσα του 19ου αιώνα εισάγονται στη φυσική νέες επαναστατικές ιδέες που άνοιξαν το δρόμο σε μια νέα φιλοσοφική αντίληψη, διαφορετική απο τη μηχανιστική, διαμορφώνοντας μια νέα εικόνα της πραγματικότητας.
Η θεωρία της σχετικότητας υποχρέωσε τους ερευνητές να αναθεωρήσουν τους κλασσικούς μετασχηματισμούς, χειριζόμενοι το χώρο και το χρόνο με νέο τρόπο. Η θεωρία αυτή δεν έχει ισχύ σε μια μονάχα περιοχή της φυσικής, αλλά αποτελεί ενα γενικό πλαίσιο, που αγκαλιάζει όλα τα φαινόμενα της φύσης, αλλάζοντας και την κλασσική μας έννοια του απόλυτου χρόνου. Αφου ο χρόνος δεν είναι πιά «απόλυτος» ο χωρισμός σε χώρο και σε χρόνο δεν έχει αντικειμενικό νόημα. Κατά τη θεωρία της σχετικότητας σκηνή όλων των γεγονότων του φυσικού μας κόσμου είναι το χωροχρονικό συνεχές. Το υπόβαθρο όλων των γεγονότων δεν είναι πιά ο μονοδιάστατος χρόνος και ο τρισδιάστατος χώρος, αλλά το τετραδιάστατο χωροχρονικό συνεχές. Η κλασσική φυσική απέβλεπε σε περιγραφή αντικειμένων που υπάρχουν στο χώρο και στη διατύπωση νόμων που διέπουν την αλλαγή τους στο χρόνο. Οι νεώτερες όμως έρευνες αποκάλυψαν τη σωματιδιακή και κυματική φύση της ύλης και της ακτινοβολίας, ο κατά τα φαινόμενα στατιστικός χαρακτήρας στοιχειωδών γεγονότων υποχρέωσαν τους επιστήμονες να εγκαταλείψουν αυτή την άντιληψη. Η κβαντική φυσική δεν αποβλέπει πιά στην περιγραφή ξεχωριστών αντικειμένων στο χώρο και της αλλαγής τους στο χρόνο. Στην κβαντική φυσική δεν υπάρχει θέση για νόμους που να διέπουν τις αλλαγές του ξεχωριστού αντικειμένου στο χρόνο. Στη θέση τους έχουμε νόμους που διέπουν τις μεταβολές της πιθανότητας μέσα στο χρόνο. Η θεωρία των κβάντα εδημιούργησε νέα χαρακτηριστικά της πραγματικότητάς μας. Η ασυνέχεια αντικατέστησε τη συνέχεια, στη θέση νόμων που διέπουν τα άτομα, εμφανίστηκαν νόμοι πιθανοκρατικοί.
Η πραγματικότητα που δημιουργήθηκε απο τη σύγχρονη φυσική είναι βέβαια μακριά απο την πραγματικότητα του Αριστοτέλη και των αρχών της επιστήμης. Αλλά ο σκοπός κάθε φυσικής θεωρίας παραμένει βασικά ο ίδιος. Δηλαδή η προσπάθεια να τακτοποιήσουμε και να κατανοήσουμε τον κόσμο γύρω μας και τον κόσμο των αισθημάτων μας. Στην προσπάθεια των επιστημόνων να απαντήσουν σε αναπάντητα ακόμα ερωτήματα είναι υποχρεωμένοι να πάψουν να περιγράφουν τα γεγονότα σα να συμβαίνουν στο χώρο και στο χρόνο και να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο απο την παλιά μηχανιστική αντίληψη για τον κόσμο. Η κβαντική φυσική διατυπώνει νόμους που διέπουν πλήθη και όχι άτομα, Δεν περιγράφει ιδιότητες αλλά πιθανότητες. Δεν διατυπώνει νόμους που αποκαλύπτουν το μέλλον των συστημάτων, αλλά νόμους που διέπουν τις μεταβολές των πιθανοτήτων στο χρόνο και αναφέρονται σε μεγάλα σύνολα ατόμων.
Ενω η προσπάθεια για την κατανόηση του χρόνου και η συζήτηση των φυσικών επιστημόνων για τη φύση του χρόνου και του χώρου, που άρχισε με τον Αριστοτέλη, συνεχίζεται μέχρι σήμερα ( Βλ.σχετικά τα κείμενα των Stephen Hawking και Roger Penrose : Η φύση του χώρου και του χρόνου, μετ. Ν.Ταμπάκη, Εκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1996) εξίσου ενδιαφέρουσες είναι για τους κοινωνικούς επιστήμονες οι απορίες σχετικά με τις μορφές διαχείρισης του χρόνου στα πλαίσια των προσπαθειών για την χαρτογράφηση των διαστάσεων της παγκοσμιοποίησης που αναφέρεται στις διαδικασίες που λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα και διαπερνούν τα εθνικά σύνορα, ενσωματώνοντας και συνδέοντας κοινότητες και οργανισμούς σε νέους συνδυασμούς χώρου και χρόνου, διασυνδέοντας περισσότερο τον κόσμο τόσο ως πραγματικότητα όσο και ως εμπειρία..
Η παγκοσμιοποίηση υποδηλώνει μιαν απομάκρυνση απο την κλασσική ιδέα μιας «κοινωνίας» ως καλώς οριοθετημένου συστήματος και την αντικατάστασή του απο μια προοπτική που επικεντρώνεται στο « πως οργανώνεται η κοινωνία διαμέσου του χρόνου και του χώρου». (Βλ. Γκίντενς, Α., Οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Κριτική, 2001) Αυτά τα νέα χωρικά και χρονικά χαρακτηριστικά, που καταλήγουν να συμπυκνώνουν τις αποστάσεις και τις χρονικές κλίμακες, είναι ανάμεσα στις πιό σημαντικές πλευρές της παγκοσμιοποίησης, που επηρεάζουν τις πολιτιστικές ταυτότητες στην εποχή μας.Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Η νεωτερικότητα είναι απο τη εσωτερική λογική της παγκοσμιοποιητική. Οπως υποστηρίζει ο Βάλερσταιν ( Wallerstein, I.,One world, many worlds, Lynne Riener, 1988) ο καπιταλισμός «ηταν απο την αρχή υπόθεση της κοσμοοικονομίας και όχι των εθνών-κρατών». Ενω όμως οι πρώιμες φάσεις της παγκοσμιοποίησης επέφεραν την φυσική ενοποίηση του κόσμου, οι πιό πρόσφατες έχουν μετασχηματίσσει τον κόσμο σε ένα και μόνο παγκόσμιο σύστημα, όπου οι ιστορικές κοινωνίες και οι πολιτισμοί, που παλαιότερα ήταν διακριτοί , έχουν συμπτυχθεί. Αυτό δεν σημαίνει οτι η παγκοσμιοποίηση προυποθέτει, όπως λέγεται, παγκόσμια πολιτιστική ομογενοποίηση ή παγκόσμια πολιτική ολοκλήρωση. Μάλλον προσδιορίζει μια πολύ πιο σύνθετη κατάσταση, όπου τα πλαίσια της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης, αλληλοσύνδεσης και συνειδητοποίησης ανασυνθέτουν τον κόσμο ως ενιαίο κοινωνικό χώρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου