Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

Ηπια ενέργεια ή βαρβαρότητα ;

Ριζικές αλλαγές στο «ενεργειακό τοπίο» παρατηρούνται τελευταία όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και διεθνώς. Ολα τα προηγούμενα χρόνια μιλάγανε για την έξοδο απο την «τυραννία του πετρελαίου», χωρίς βέβαια κανενας απο τους υπεύθυνους για την κατάσταση του πλανήτη να κάνει κανένα βήμα εξόδου απο την ενεργειακή κρίση, που συνδυαζόμενη με ένα σπάταλο, ενεργειοβόρο αναπτυξιακό μοντέλλο οδηγούν, με μαθηματική ακρίβεια, σε κλιματική αποσταθεροποίηση, με ανυπολόγιστες και μη αναστρέψιμες συνέπειες για τη ζωή στον πλανήτη μας.
Ενα άλλο ιδεολόγημα του συρμού, για αρκετά χρόνια, ήταν η πολυδιαφημισμένη έννοια της «βιώσιμης ανάπτυξης», που παρά τις θετικές αρχικές διακηρύξεις της για καταπολέμηση της φτώχειας και μιά περιβαλλοντικά υγιέστερη και δικαιότερη ζωή, έπεσε στη συνέχεια θύμα των γνωστών ομάδων συμφερόντων με την αναπόφευκτη διαστρέβλωση των προτεραιοτήτων της ανάπτυξης. Η καθιέρωση μιας βιώσιμης ανάπτυξης στον πλανήτη προϋπέθετε την κατανόηση και την επίτευξη του δύσκολου συνδυασμού της προστασίας της φύσης, την ανάπτυξη της οκονομίας και την κοινωνική δικαιοσύνη. Στόχους δηλαδή που υπερέβαιναν τις δυνατότητες του συστήματος... Οι μεν αναπτυγμένες χώρες, έχοντας εξασφαλίσει, με τους γνωστούς τρόπους, ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο για τους κατοίκους τους, ενδιαφερόντουσαν για.. πολυτελείς στόχους, όπως είναι η ποιότητα ζωής, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τα δικαιώματα των μελλοντικών γενεών και τα δικαιώματα των ζώων, ενώ οι αναπτυσσόμενες χώρες ενδιαφερόντουσαν επειγόντως για την περίφημη οικονομική ανάπτυξη και την κατάκτηση των καταναλωτικών προτύπων των πλουσίων χωρών. Επομένως η βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει έναν ανέφικτο οικουμενικό στόχο της ανθρωπότητας.
Η πρόσφατη πετρελαϊκή κρίση, μετά την αμερικανική εισβολή στις πετρελαιοπηγές του Ιράκ και οι κλιματικές αλλαγές, που άρχισαν να γίνονται γενικά αποδεκτές, υπήρξαν οι παράγοντες που μας ωδήγησαν στη διαφαινόμενη αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής διεθνώς και στη χώρα μας. Τα Ηνωμένα Εθνη εξακολουθούν να οραματίζονται λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν τις κλιματικές αλλαγές, τις φονικές επιδημίες ασθενειών και την εξάλειψη της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο!Ομως η πραγματικότητα είναι πολλή διαφορετική. Οι ενδείξεις για τις μελλοντικές εξελίξεις δεν είναι καθόλου καθησυχαστικές. Οπως είπε ο Σείχης Γιαμανί, πρώην υπουργός πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας, «Το τέλος της λίθινης εποχής ήρθε χωρίς να τελειώσουν οι λίθοι. Ετσι θα έρθει και το τέλος της εποχής του πετρελαίου πριν τελειώσει το πετρέλαιο». Παρόλα αυτά, σύμφωνα με στοιχεία που παραχώρησε το ελληνικό τμήμα της Greenpeace, η εξάρτηση π.χ. της Ευρώπης απο εισαγωγές καυσίμων εξακολουθεί αυξητικές τάσεις. Ετσι για τα επόμενα δέκα χρόνια αναμένεται η συνέχιση της χρήσης στερεών καυσίμων, έστω και μειωμένη κατά 30%, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μειωμένη κατά 20%, με συνολική μείωση της εξάρτησης κατά 10% περίπου.
Κάποιες ευρωπαϊκές χώρες βέβαια έχουν αρχίσει ήδη να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε ηλεκτρισμό με τη χρήση της αιολικής ενέργειας ! Η Δανία π.χ. το 2001 κάλυπτε τις συνολικές ανάγκες της χώρας σε ηλεκτρισμό κατά 15% ενώ στοχεύει μέχρι το 2030 να ανεβάσει το ποοσοστό αυτό στα 50% . Η Γερμανία είναι αποφασισμένη να περικόψει τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά 50%, ως το 2020. Το ίδιο ισχύει και για τη Σουηδία που σκοπεύει να απαλλαγεί απο το πετρέλαιο μέχρι το 2020. Η Ισλανδία ήταν η πρώτη χώρα που ανακοίνωσε την απόλυτη απεξάρτησή της απο τα ορυκτά καύσιμα ως το 2030, με μια στροφή προς την «οικονομία του υδρογόνου». Η Αγγλία ετοιμάζει υπεράκτια αιολικά πάρκα ισχύος 6.000 μεγαβάτ και σχεδιάζει να περιορίσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 60%, ως το 2050. Για την Ελλάδα πως έχουν τα πράγματα : Ποιό είναι το ενεργειακό όραμα για το εγγύς και το απώτερο μέλλον ; Η χώρα μας με την προνομιακή ηλιοφάνεια, σχεδόν όλο το χρόνο και με μια νησιωτική χώρα που τη χαϊδεύουν ή τη δέρνουν οι άνεμοι..η παραγωγή ενέρεγειας στα νησία γίνεται κατά 98,3% με τη χρήση ρυπογόνου, εισαγόμενου πετρελαίου ! Κάθε κιλοβατώρα που παράγεται στους πετρελαϊκούς σταθμούς εκλύει στην ατμόσφαιρα 1 κιλό διοξειδίου του άνθρακα, ενώ οι συνολικές εκπομπές υπολογίζεται οτι ανέρχονται σε περίπου 4 εκατομ. τόνους το χρόνο. Επειδή μάλιστα το κόστος παραγωγής ενέργειας για τη ΔΕΗ στα νησιά είναι υψηλότερο απαιτείται κάθε χρόνο επιδότηση με 300 εκατ. ευρώ ! Η ΔΕΗ, συνεχίζοντας να αποτελεί «κράτος εν κράτει», προγραμματίζει την εγκατάσταση και νέων πετρελαϊκών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, συνολικής ισχύος δεκάδων μεγαβατ., αδιαφορώντας για τις περιβαλλοντικές και κλιματικές επιπτώσεις των αποφάσεών της. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Εθνικού Αστεροσκοπίου Αθηνών η μέση θερμοκρασία στην περιοχή του Αιγαίου, τους θερινούς μήνες , μπορεί να αυξηθεί κατά 7-8 βαθμούς..Η αντιμετώπιση του προβλήματος εννοείται οτι θα αντιμετωπιστεί με την αυξημένη χρήση... κλιματιστικών συσκευών, που σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση ελεκτρικής ενέργειας...που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί φυσικά με... νέες εγκαταστάσεις πετρελαϊκών υποσταθμών της ΔΕΗ !
Κι όμως κάτι φαίνεται να αλλάζει στο γενικά θλιβερό ενεργειακό τοπίο στη χώρα μας. Στην Κρήτη π.χ. το ποσοστό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας απο εναλλακτικές πηγές ξεπερνάει το 9% , ενώ μέχρι το 2010 προβλέπεται και η χρήση φυσικού αερίου. Υπάρχουν λύσεις για τα νησία μας ; Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Greenpeace για νησία όπως είναι π.χ. η Λέσβος το ηλεκτρικό δίκτυο του νησιού θα μπορούσε να ενισχυθεί με άλλα 10 Μεγαβάτ με κατάλληλη αξιοποίηση της βιομάζας ( απο άχυρα σιτηρών, κλαδιά αμπελιών και ελαιοδέντρων!), ενώ φωτοβολταικά συστήματα θα μπορούσαν να παράγουν ενέργεια, κυρίως τις μεσημβρινές ώρες, οπότε γίνεται και η μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας απο τα νοικοκυριά. Το ίδιο ισχύει με τη χρήση γεωθερμικών αντλιών θερμότητας για υποκατάσταση π.χ. του ρεύματος που καταναλώνουν σήμερα τα περίφημα κλιματιστικά.
Εννοείται οτι εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί να γίνει και με περιορισμό της αλόγιστης σπατάλης ενέργειας, με τη χρήση οικονομικών/«οικολογικών» λαμπτήρων χαμηλής κατανάλωσης, την εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων, την αξιοποίηση της αιολικής ενέεργειας και του γαιοθερμικού δυναμικού, που χρηματοδοτείται και απο κοινοτικά κονδύλια. Παρόλα αυτά που τα γνωρίζει κάθε ενεργός πολίτης φαίνεται να τα αγνοεί η ελληνική πολιτεία αφού η ελληνική οικονομία εξακολουθεί και σήμερα να διακρίνεται απο υψηλή ενεργειακή ένταση και χαμηλή αποδοτικότητα στην τελική χρήση ενέργειας. Η ετήσια αύξηση ζήτησης της πρωτογενούς ενέργειας στην Ελλάδα είναι τριπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Τα ορυκτά καύσιμα καλύπτουν διαχρονικά ένα μερίδιο γύρω στα 93% της πρωτογενούς ενέργειας που καταναλώνει η χώρα μας. Δεν χρειάζεται βέβαια να υπενθυμίσουμε οτι οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν απο το 2004 μέχρι σήμερα απο 35 στα 65 δολλάρια το βαρέλι ! Οσον αφορά στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα οι προβλεπόμενες αυξήσεις είναι 47,6% για το έτος 2010 και 67,8% για το έτος 2020, σε σχέση με το 1990.
Παραβλέποντας η ΔΕΗ τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, ετοιμάζεται να κατασκευάσει λιγνιτική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην τουριστική Κορώνη!, προγραμματίζοντας και άλλους λιγνιτικούς σταθμούς που θα κατασκευαστούν απο ιδιώτες και τη ΔΕΗ. Εννοείται βέβαια οτι οι δεσμεύσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο, που έχει υπογράψει και η Ελλάδα, θα γίνουν αυστηρότερες κατά τη δεύτερη περίοδο (2013-2017), οπότε θα έπρεπε οι ελληνικές κυβερνήσεις να μεθοδεύσουν απο τώρα την απεξάρτηση της χώρας μας απο ρυπογόνες χρήσεις ορυκτών καυσίμων και να προχωρήσεουν με θαρραλέα βήματα προς τις εναλλακτικές, φιλικές προς το περιβάλλον, μορφές παραγωγής ενέργειας. Η χώρα μας με την προνομιακή γεωγραφική της θέση θα έπρεπε να έχει μετατραπεί σε διεθνές κέντρο σχετικής έρευνας με ενίσχυση των ελλήνων επιστημόνων και των σχετικών ερευνητικών κέντρων. Αντ’ αυτού τα κοινοβουλευτικά κόμματα αδρανούν έχοντας εγκαταλείψει εδώ και χρόνια τα περιβαλλοντικά και οικολογικά ζητήματα στο περιθώριο κάποιων προεκλογικών και μόνο προγραμματικών διακηρύξεων εύκολου εντυπωσιασμού.
Αυτή την περίοδο πάντως κάτι φαίνεται να αλλάζει στον ενεργειακό χάρτη της χώρας μας, με κεντρικό στόχο το φυσικό αέριο, τα αιολικά πάρκα και τα βιοκαύσιμα. Εννοείται οτι οι ξένοι επενδυτές που ετοιμάζονται να αρπάξουν το μεγαλύτερο κομμάτι της σχετικής «πίττας», ανησυχούν και διστάζουν μπροστά στο γραφειοκρατικό χάος και τις σκανδαλώδεις αντιπαραθέσεις που αναστατώνουν κάθε λίγο τον παραδοσιακά ασύδοτο, παραδιοικητικό μηχανισμό της ΔΕΗ. Την ίδια στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ενωση οι συνολικές επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την περίοδο 2001-2010 είναι: για την αιολική ενέργεια 55 δισ. ευρώ, για φωτοβολταϊκά 10 δισ., για βιομάζα 44 δισ.για υδροηλεκτρικά έργα 11 δισ. για γεωθερμικά 4 δισ. και για ηλιακά-θερμικά έργα 16 δισ. ευρώ. Στόχος της Ε.Ε. είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) να φτάσουν το 12% της συνολικής παραγωγής ενέργειας ως το 2010 και το 20% ως το 2020. Ταυτ΄΄οχρονα οι νέες τεχνολόγίες που σχετίζονται με τις ΑΠΕ μπορούν να δημιουργήσουν 1.067.000 νέες θέσεις εργασίας.
Σε μια εποχή που το πετρέλαιο γίνεται ακριβό σαν το χρυσάφι η χώρα μας χρειάζεται επειγόντως έννα νέο ενεργειακό όραμα στα πλαίσια βέβαια μιας νέας αναπτυξιακής πολιτικής που να δίνει πραγματικά μακροπρόθεσμες απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα της χώρας, στην κατεύθυνση μιας εφικτής βιώσιμης ανάπτυξης. Με τις σημερινές τεχνολογικές δυνατότητες της χώρας μας μόνο το τεχνικά εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό μπορεί να προμηθεύσει 11.000 μεγαβάτ, τη στιγμή που το 2004 έφτασε μόνο στα 465 μεγαβάτ. Στην ίδια κατεύθυνση θα έπρεπε να κινηθούν οι πρωτοβουλίες για την αύξηση των φωτοβολταϊκών, των ηλιακών συλλεκτών και της βιομάζας με ανυπολόγιστα ωφέλη απο τη μείωση των ρύπων, απο τον περιορισμό της διαφυγής συναλλάγματος και απο την ανάπτυξη περίπου 15000 νέων, σταθερών θέσεων εργασίας. Ενα άλλο μεγάλο ζήτημα βέβαια που χρειάζεται ειδική ανάπτυξη είναι το ζήτημα της χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, που εμφανίζεται ως η καθαρότερη πηγή ενέργειας, που δεν ρυπαίνει μέν το περιβάλλον παρά μόνο με τα περίφημα απόβλητά της και απειλεί με ενεδεχόμενα ατυχήματα, όπως έγινε στο Τσερνομπίλ..
Τα περισσότερα απο τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν αποτελούν ευθύνη των κυβερνήσεων για να αντιμετωπισθούν μακροπρόθεσμα, όμως και οι πολίτες με τη σειρά τους, με τις ανάλογες καθημερινές τους πρακτικές, μπορούν να συμβάλλουν στη μεγέθυνση ή τη μείωση των περιβαλλοντικών και οικονομικών προβλημάτων (μειώνοντας π.χ. την αυτοκίνησή τους στο εντελώς απαραίτητο και αναπόφευκτο επίπεδο), στην εξοικονόμηση και το σεβασμό της χρήσης της ηλεκτρικής ενέργεια, με αντίστοιχη μείωση του αλόγιστου καταναλωτισμού που εξαντλεί τους φυσικούς πόρους για άσκοπες, ενεργειοβόρες παραγωγές «αγαθών», για την ακόρεστη κάλυψη ψεύτικών αναγκών μας, σε ένα πλανήτη που τα ¾ του πληθυσμού του δεν είναι σε θέση να καλύψουν ούτε τις πιό στοιχειώδεις ζωτικές τους ανάγκες. Οπότε το μοτίβο των πλούσιων χωρών για «βιώσιμη ανάπτυξη», με σεβασμό του περιβάλλοντος και κοινωνική δικαιοσύνη, μοιάζει με τραγική ειρωνία..ή κακόγουστο αστείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου