Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΟΥ Albert Einstein.

Albert Einstein : Γιατί o Σοσιαλισμός ;

Επιτρέπεται κάποιος που δεν είναι ειδικός στην οικονομία και στα κοινωνικά θέματα να εκφράζει απόψεις για το ζήτημα του σοσιαλισμο ; Πιστεύω πως ναί, για μια σειρά απο λόγους.
Ας εξετάσουμε πρώτα το ερώτημα απο τη σκοπιά της επιστημονικής γνώσης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί οτι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και τα οικονομικά. Οι επιστήμονες και στα δύο πεδία προσπαθούν να ανακαλύψουν νόμους γενικά αποδεκτούς για έναν ορισμένον αριθμό απο φαινόμενα για να κάνουν τη σχέση τους τόσο κατανοητή όσο είναι δυνατόν. Ομως στην πραγματικότητα τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στο πεδίο των οικονομικών έγινε δύσκολη απο το γεγονός οτι τα παρατηρούμενα φαινόμενα συχνά επιρρεάζονται απο πολλούς παράγοντες που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά. Επιπλέον, η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί απο την αρχή της ονομαζόμενης ως «πολιτισμένης περιόδου» της ανθρώπινης ιστορίας έχει, όπως είναι πολύ γνωστό, επιρρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και έχει περιοριστεί απο αίτια που δεν έχουν με κανένα τρόπο αποκλειστικά και μόνο οικονομική φύση. Παραδείγματος χάριν τα περισσότερα μεγάλα κράτη της ιστορίας ώφειλαν την ύπαρξή τους σε κατακτήσεις. Οι κατακτητικοί λαοί επέβαλαν τον εαυτό τους νομικά και οικονομικά ως την προνομιούχα τάξη των κατακτημένων χωρών. Κράτησαν το μονοπώλιο της γαιοκτησίας και όρισαν ένα ιερατείο απο τις τάξεις τους. Το ιερατείο, ελεγχοντας την εκπαίδευση, μετέτρεψε την διαίρεση σε τάξεις σε μόνιμο θεσμό και δημιουργησε ένα σύστημα αξιών με το οποίο οι άνθρωποι στο εξής, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, καθόριζαν την κοινωνική τους συμπεριφορά.
Ομως η ιστορική παράδοση, είναι κατά κάποιο τρόπο, παρωχημένη. Πουθενά δεν έχουμε στην πραγματικότητα ξεπεράσει αυτό που ο Thorstein Veblen ονόμασε « αρπακτική φάση» της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα οικονομικά δεδομένα που παρατηρούμε ανήκουν σ’αυτή τη φάση και επιπλέον οι νόμοι που μπορούμε να συναγάγουμε απο αυτά δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε άλλες περιόδους. Αφού ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού έγκειται ακριβώς στην υπέρβαση και την πρόβαση πέρα απο την αρπακτική φάση της ανθρώπινης εξέλιξης, η οικονομική επιστήμη στην τωρινή της κατάσταση μπορεί να ρίξει πολύ λίγο φώς στην σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερον, ο σοσιαλισμός προσανατολίζεται σε ένα κοινωνικό - ηθικό σκοπό. Η επιστήμη, εν τούτοις, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει σκοπούς, και πολύ λιγότερο, να τους εμφυτεύσει σε ανθρώπινα όντα. Η επιστήμη, το πολύ πολύ, μπορεί να προμηθεύσει τα μέσα για την επίτευξη κάποιων σκοπών. Ομως οι ίδιοι οι σκοποί συλλαμβάνονται απο προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και - αν αυτοι οι σκοποί δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, αλλά είναι ζωτικοί και σθεναροί - υιοθετούνται και προωθούνται απο εκείνα τα πολυάριθμα ανθρώπινα όντα που, σχεδόν ασυνείδητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.
Γι αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν πρόκειται για ανθρώπινα προβλήματα, και να μην υποθέτουμε οτι οι ειδικοί είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται πάνω σε ζητήματα που επιρρεάζουν την οργάνωση της κοινωνίας.

Αναρίθμητες φωνές έχουν υποστηρίξει την άποψη εδώ και αρκετό καιρό οτι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει μια κρίση και οτι η σταθερότητά της έχει βαρειά τραυματιστεί. Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι οτι τα άτομα αισθάνονται αδιάφορα ή ακόμη και εχθρικά απέναντι στην ομάδα, μικρή ή μεγάλη, στην οποία ανήκουν. Για να καταδείξω τι εννοώ, επιτρέψτε μου να καταθέσω εδώ μια προσωπική μου εμπειρία. Πρόσφατα συζητούσα με έναν ευφυή και καλοπροαίρετο άνθρωπο την απειλή ενός άλλου πολέμου, ο οποίος κατα την άποψή μου θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη της ανθρωπότητας, και παρατηρούσα ότι μόνο ένας υπερεθνικός οργάνισμός θα μπορούσε να παράσχει προστασία απο αυτό τον κίνδυνο. Τότε ο επισκέπτης μου, ήρεμα και ψυχρά, μου είπε : « Γιατί είσαι τόσο βαθειά αντίθετος στην εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους ; ».
Είμαι σίγουρος οτι πρίν απο έναν αιώνα κανείς δεν θα έλεγε με τόση ευκολία κάτι τέτοιο. Πρόκειται για δήλωση ενός ατόμου που μάταια πάσχισε να πετύχει μέσα του μιαν ισορροπία και έχει χάσει κάθε ελπίδα να το καταφέρει. Αποτελεί έκφραση μιας επώδυνης μοναξιάς και απομόνωσης απο την οποία πολλοί άνθρωποι της εποχής μας υποφέρουν. Σε τι οφείλεται αυτό ; Υπάρχει διέξοδος ;
Ειναι εύκολο να βάζει κανείς τέτοια ερωτήματα αλλά δύσκολο να τα απαντήσει με κάποιο βαθμό βεβαιότητας. Θα πρέπει εν τούτοις να προσπαθήσω να το κάνω, όσο μπορώ καλύτερα, παρ’όλο που γνωρίζω πολύ καλά οτι τα αισθήματά μας και οι επιδιώξεις μας συχνά είναι αντίθετα και σκοτεινά και δεν μπορούν να διατυπωθούν με εύκολο και απλό τρόπο.
Ο άνθρωπος είναι την ίδια στιγμή μοναχικό και κοινωνικό όν. Ως μοναχικό όν προσπαθεί να συντηρήσει την ύπαρξή του και των κοντινών του ανθρώπων, να ικανοποιήσει τις προσωπικές του επιθυμίες και να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του. Ως κοινωνικό όν προσπαθεί να επιτύχει την αναγνώριση και την συμπάθεια των συνανθρώπων του, να μοιραστεί τις χαρές τους, να τους συμπαρασταθεί στις λύπες τους και να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των ποικίλλων, συχνά συγκρουόμενων επιδιώξεων, παίζει ρόλο στον ειδικό χαρακτήρα του ανθρώπου και ο ειδικός συνδυασμός τους καθορίζει το βαθμό μέχρι τον οποίο ένα άτομο μπορεί να πετύχει μιαν εσωτερική ισορροπία και να συμβάλλει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι πολύ πιθανόν η σχετική δύναμη αυτών των δύο τάσεων να έχουν κληρονομικό χαρακτήρα. Ομως η προσωπικότητα που τελικά προκύπτει, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο περιβάλλον, στο οποίο ένα άτομο τυχαίνει να βρίσκεται κατά την διάρκεια της ανάπτυξης του, απο τη δομή της κοινωνίας στην οποία μεγαλώνει, απο τις παραδόσεις αυτής της κοινωνίας και απο την επιδοκιμασία κάποιων συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια της «κοινωνίας» σημαίνει για το ατομικό ανθρώπινο όν την ολότητα των άμεσων και έμμεσων σχέσεων του με τους συγχρόνους του και με όλους τους άνθρώπους των προηγουμένων γενεών. Το άτομο είναι ικανό να σκέπτεται, να αισθάνεται, να επιδιώκει και να εργάζεται μόνο του, όμως εξαρτάται τόσο πολύ απο την κοινωνία – στην φυσική, πνευματική και συναισθηματική του ύπαρξη – ώστε να είναι αδύνατον να τον διανοηθούμε ή να τον κατανοήσουμε έξω απο το κοινωνικό του πλαίσιο. Η «κοινωνία» του προμηθεύει τροφή, ένδυση, κατοικία, τα εργαλεία της δουλειάς του, τη γλώσσα, τις μορφές σκέψεις και μεγάλο μέρος απο το περιεχόμενο των σκέψεων του. Η ζωή του έγινε δυνατή απο τον μόχθο και τα επιτεύγματα των εκατομμυρίων ανθρώπων του παρελθόντος και του παρόντος που κρύβονται όλοι πίσω απο τη μικρή λέξη «κοινωνία».
Για το λόγο αυτό είναι φανερό οτι η εξάρτηση του ατόμου απο την κοινωνία αποτελεί ένα γεγονός της φύσης που δεν μπορεί να χαθεί – όπως συμβαίνει και με τα μυρμήγκια και με τις μέλισσες. Ομως, ενώ όλη η διαδικασία της ζωής των μυρμηγκιών και των μελισσών είναι προσδιορισμένη στην παραμικρή της λεπτομέρεια απο αυστηρά, κληρονομικά ένστικτα, τα κοινωνικά πρότυπα και οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπινων όντων ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό και είναι επιδεκτικές αλλαγής. Η μνήμη, η ικανότητα για νέους συνδυασμούς, το χάρισμα της προφορικής επικοινωνίας έκαναν δυνατές εξελίξεις ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα που δεν κατευθύνονται απο βιολογικές αναγκαιότητες. Τέτοιες εξελίξεις εκδηλώνονται στις παραδόσεις, τους θεσμούς και τις οργανώσεις, στην λογοτεχνία, στα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, στα δημιουργήματα της τέχνης. Αυτό εξηγεί πως συμβαίνει και με κάποια έννοια ο άνθρωπος μπορεί να επιρρεάσει τη ζωή του με την συμπεριφορά του και σ’αυτή την διαδικασία η συνειδητή σκέψη και επιθυμία μπορεί να παίξουν ένα ρόλο.
Ο άνθρωπος αποκτά κατά τη γέννησή του, μέσω της κληρονομικότητας, μια βιολογική σύσταση την οποία θα πρέπει να την θεωρήσουμε ως παγιωμένη και αναλλοίωτη, συμπεριλαμβανόμενων των φυσικών παρορμήσεων που χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο είδος. Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια της ζωής του, αποκτά μια πολιτισμική σύσταση την οποία υιοθετεί απο την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας και πολλών άλλων τύπων επιρροών. Ειναι αυτή η πολιτισμική σύσταση η οποία, με την πάροδο του χρόνου, υπόκειται σε αλλαγή και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχέση υποκειμένου και κοινωνίας. Η σύγχρονη Ανθρωπολογία μας δίδαξε , μέσω συγκριτικών ερευνών των ονομαζόμενων «πρωτόγονων πολιτισμών», ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων μπορεί να διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, εξαρτώμενη απο τα κυρίαρχα πολιτισμικά πρότυπα και τις μορφές οργάνωσης που δεσπόζουν σε μια κοινωνία. Ακριβώς σ’αυτό στηρίζουν τις ελπίδες τους όσοι πασχίζουν να βελτιώσουν τη μοίρα του ανθρώπου στο ότι τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους σύγκρότησης, να αλληλοεξοντώνονται ή να βρίσκονται στο έλεος μιας σκληρής και αμετάτρεπτης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε για το πώς θάπρεπε να αλλάξει η δομή της κοινωνίας και η πολιτισμική στάση του ανθρώπου για να γίνει η ανθρώπινη ζωή όσο ικανοποιητική είναι δυνατόν θά έπρεπε να έχομε σταθερά συνείδηση του γεγονότος ότι υπάρχουν ορισμένες συνθήκες τις οποίες δεν είμαστε σε θέση να τροποποιήσουμε. Οπως προανέφερα η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν μπορεί να υπακούσει σε όλους τους πρακτικούς σκοπούς. Επιπλέον οι τεχνολογικές και δημογραφικές εξελίξεις των τελευταίων αιώνων έχουν δημιουργήσει συνθήκες που πρόκειται να παραμείνουν. Σε σχετικά πυκνοκατοικημένους πληθυσμούς, με τα αγαθά που είναι απαραίτητα για την ύπαρξή τους, ενας υπερβολικος καταμερισμός της εργασίας και ένας υπερσυγκεντρωμένος μηχανισμός είναι απολύτως απαραίτητα. Εχει περάσσει για πάντα ο καιρός – που αναδρομικά μας μοιάζει ειδυλλιακός – όταν τα άτομα σε σχετικά μικρές ομάδες μπορούσαν να είναι απόλυτα αυτάρκη. Θα αποτελούσε μικρά υπερβολή να ισχυριστούμε οτι η ανθρωπότητα αποτελεί ακόμη και τώρα μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.
Eχω φτάσει τώρα στο σημείο όπου μπορώ να δηλώσω με συντομία σε τι έγκειται η ουσία της κρίσης της εποχής μας. Αφορά στη σχέση του ατόμου προς την κοινωνία. Το άτομο έχει γίνει πιό συνειδητό απο άλλοτε για την εξάρτησή του απο την κοινωνία. Ομως δεν βιώνει αυτήν την εμπειρία ως κάτι το θετικό , ως έναν οργανικό δεσμό, ως μια προστατευτική δύναμη, αλλά πιό πολύ ως μια απειλή στα φυσικά του δικαιώματα ή ακόμη και στην οικονομική του ύπαρξη. Επιπλέον η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια ώστε οι εγωιστικές του προδιαθέσεις αυξάνονται σταθερά ενώ οι κοινωνικές του τάσεις, που είναι απο τη φύση τους ασθενέστερες, βαθμιαία χειροτερεύουν. Ολα τα ανθρώπινα όντα, όποια και να είναι η θέση τους στην κοινωνία, υποφέρουν απο αυτή τη διαδικασία χειροτέρευσης. Φυλακισμένοι, χωρίς να το γνωρίζουν, στον εγωισμό τους, αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι, και στερημένοι απο την αφελή, απλή και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρεί νόημα στη σύντομη και εύθραυστη ζωή του, μόνο με το να αφιερώνει τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, στη μορφή που υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου, η πραγματική αιτία του κακού. Βλέπουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών τα μέλη της οποίας όλο και πιό πολύ επιδιώκουν να στερήσουν το ένα απο το άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας - όχι με τη χρήση βίας, αλλά γενικά με μια πιστή συμμόρφωση σε νομικά καθορισμένους κανόνες. Απο αυτή την άποψη, είναι ενδιαφέρον να αναλογιστούμε οτι τα μέσα της παραγωγής – δηλαδή. ολόκληρη η παραγωγική ικανότητα που απαιτείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών καθώς και πρόσθετα κεφαλαιουχικά αγαθά – μπορεί να είναι νομικά, και κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι, ιδιωτική ιδιοκτησία ατόμων.
Για την απλότητα όσων ακολουθούν θα ονομάσω «εργάτες» όλους όσοι δε μοιράζονται την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής – παρόλο που η έκφραση δεν ανταποκρίνεται αρκετά στη συνηθισμένη χρήση του όρου. Ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αγοράζει την εργατική δύναμη του εργάτη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής ο εργάτης παράγει νέα αγαθά που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το ουσιώδες σημείο σ’αυτή τη σχέση ανάμεσα σ’αυτό που παράγει ο εργάτης και σ’αυτό που πληρώνεται και τα δύο μετρούμενα με όρους πραγματικής αξίας. Στο βαθμό που το συμβόλαιο εργασίας είναι «ελεύθερο», αυτό που παίρνει ο εργάτης προσδιορίζεται όχι απο την πραγματική αξία των αγαθών που παράγει, αλλά απο το ελάχιστο των αναγκών του και απο τις απαιτήσεις του καπιταλιστή για εργατική δύναμη, σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που διεκδικούν θέσεις εργασίας. Ειναι ενδιαφέρον να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η πληρωμή των εργατών δεν καθορίζεται απο την αξία του προϊόντος τους.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού ανάμεσα στους καπιταλιστές και εν μέρει λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης και την αύξηση του καταμερισμοιύ της εργασίας που ενθαρρύνει τη δημιουργία μεγάλων μονάδων παραγωγής σε βάρος των μικρότερων. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι η δημιουργία μιας ολιγαρχίας του ιδιωτικού κεφαλαίου και η τεράστια δύναμή του που δεν μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά ακόμη και στις δημοκρατικά οργανομένες πολιτικές κοινωνίες.Αυτό αληθεύει αφού τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται απο πολιτικά κόμματα που χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό και επιρρεάζονται και με άλλους τρόπους απο τους ιδιώτες καπιταλιστές οι οποίοι για πρακτικούς λόγους διαχωρίζουν το εκλογικό σώμα απο το νομοθετικό. Αποτέλεσμα είναι οι αντιπρόσωποι του λαού να μην προστατεύουν ικανοποιητικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων τμημάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, κάτω απο τις συνθήκες που επικρατούν οι ιδιώτες καπιταλιστές ελέγχουν αναπόφευκτα, άμεσα ή έμμεσα, τις βασικές πηγές πληροφόρησης ( τον τύπο, το ραδιόφωνο, την εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο και σε μερικές περιπτώσεις σχεδόν αδύνατο, για τον πολίτη να βγάλει αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει σωστή χρήση των πολιτικών του δικαιωμάτων.
Η κατάσταση που επικρατεί σε μιαν οικονομία που στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται για το λόγο αυτό απο δύο βασικές αρχές : Πρώτον, τα μέσα της παραγωγής ( τα κεφάλαια) είναι ιδιωτικά και οι ιδιώτες τα διαθέτουν όπως κρίνουν κατάλληλο, δεύτερο, το εργασιακό συμβόλαιο είναι ελεύθερο. Βεβαίως δεν υπάρχει κατι τέτοιο όπως μια καθαρή καπιταλιστική κοινωνία, με αυτή την έννοια. Ιδιαίτερα θα πρέπει να σημειωθεί οτι οι εργάτες, ύστερα απο μακροχρόνιους και σκληρούς πολιτικούς αγώνες, έχουν καταφέρει να σιγουρέψουν μια πιό εξελιγμένη μορφή του λεγόμενου «ελεύθερου συμβόλαιου εργασίας», για κάποιες κατηγορίες εργατών. Ομως ειδωμένη συνολικά η σημερινή οικονομία δεν διαφέρει πολύ απο τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή γίνεται για το κέρδος κι όχι για τη χρήση. Δεν υπάρχει καμιά πρόβλεψη ώστε όλοι αυτοί οι ικανοί και ενδιαφερόμενοι για δουλειά να είναι πάντα σε θέση να βρούν απασχόληση . Ενας; «στρατός άνεργων» υπάρχει σχεδόν πάντα. Ο εργαζόμενος ζεί σταθερά με το φόβο ότι θα χάσει τη δουλειά του. Αφού οι άνεργοι και οι ελάχιστα αμοιβόμενοι εργάτες δεν αποτελούν μια κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών είναι περιορισμένη και η συνέπεια είναι ακόμη μεγαλύτερη κακουχία. Η τεχνολογική πρόοδος συχνά έχει ως αποτέλεσμα ακόμη μεγαλύτερη ανεργία αντι για μια διευκόλυνση της πρόσβασης όλων στην εργασία. Το κίνητρο του κέρδους, συνδυασμένο με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στους καπιταλιστές είναι υπεύθυνο για την αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου που οδηγεί σε αυξανόμενη και σοβαρή οικονομική δυσπραγία. Ο ανταγωνισμός χωρίς όρια οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας και σ’αυτήν την κάμψη της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων που προανέφερα.
Αυτή η κοινωνική αναπηρία των ατόμων αποτελεί το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό μας σύστημα υποφέρει απο αυτό το κακό. Μια υπερβολική αναταγωνιστική στάση εμφυτεύεται στον σπουδαστή, που εκπαιδεύεται να λατρεύει την φιλοκτήμονα επιτυχία ως προετοιμασία για την μελλοντική του καρριέρα.
Είμαι πεπεισμένος οτι υπάρχει ένας μόνο τρόπος να καταργηθούν αυτά τα μεγάλα δεινά, δηλαδή μέσω της εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, συνοδευόμενης απο ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να είναι προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία τα μέσα παραγωγής ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται με σχεδιασμένο τρόπο. Μια σχεδιασμένη οικονομία που προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα μοίραζε το έργο που πρόκειται να γίνει ανάμεσα σε όλους τους ικανούς για εργασία και θα εγγυόταν τα προς το ζήν σε κάθε άντρα, γυναίκα και παιδί. Η εκπαίδευση του ατόμου πέρα απο την ανάπτυξη των έμφυτων ικανοτήτων του θα επιχειρούσε να τον αναπτύξει με την έννοια της υπευθυνότητας προς τους συνανθρώπους του, στη θέση της εξύμνησης της δύναμης και της επιτυχίας που επικρατεί στη σημερινή κοινωνία.
Οχι λιγότερο είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε οτι η σχεδιασμένη οικονομία δεν αποτελεί ακόμη σοσιαλισμό. Μια σχεδιασμένη οικονομία ως τέτοια μπορεί να συνοδεύεται απο πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση μερικών εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικο-πολιτικών προβλημάτων. Πώς είναι δυνατόν εν όψει της μακροπρόθεσμης συγκεντροποίησης της πολιτικής και οικονομικής δύναμης, να εμποδίσει την γραφειοκρατία απο του να γίνει πανίσχυρη και υπερφίαλη ; Πως μπορούν να προστατευθούν τα δικαιώματα του ατόμου και ως εκ τούτου να κατοχυρωθεί το δημοκρατικό αντίβαρο στην δύναμη της γραφειοκρατίας ;
Η καθαρότητα ως προς τους σκοπούς και τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι μεγάλης σπουδαιότητας στην μεταβατική μας εποχή. Επειδή, κάτω απο τις παρούσες συνθήκες, η ελέυθερη και ανεμπόδιστη συζήτηση αυτών των προβλημάτων έχει βρεθεί κάτω απο ένα πανίσχυρο ταμπού, θεωρώ την ίδρυση του περιοδικού σας ως μια σημαντική δημόσια προσφορά.» (Αlbert Einstein, Μάιος του 1949 , για το πρώτο τεύχος του περιοδικού Monthly Review )(Μετάφραση Ευθ.Παπαδημητρίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου