Απo-ανάπτυξη, η μόνη βιώσιμη απάντηση στην οικονομική και περιβαλλοντική κρίση
1. Εισαγωγή
Στον λίγο χρόνο που έχω στην διάθεσή μου, θα υποστηρίξω, αντίθετα στο ρεύμα, ότι η τρέχουσα διεθνής οικονομική ύφεση δεν αποτελεί κρίση, αλλά ευκαιρία. Ευκαιρία να απαλλαγεί η Δυτική κοινωνία από την μανία της ανάπτυξης. Ευκαιρία, για αυτό που θα ονομάσω, οικονομική από-ανάπτυξη.
Θα ξεκινήσω την παρουσίαση μου ορίζοντας τι είναι η από-ανάπτυξη. Στην συνέχεια θα επιχειρηματολογήσω ότι η από-ανάπτυξη είναι αναγκαία. Θα παρουσιάσω συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις στα πλαίσια της από-ανάπτυξης και θα εντοπίσω ομοιότητες και διαφορές με τις πολιτικές των Οικολόγων Πράσινων. Τέλος θα απαντήσω στους εύλογους φόβους που γεννά η ιδέα της από-ανάπτυξης.
2. Ορισμός: πρώτον, τι σημαίνει από-ανάπτυξη;
Η από-ανάπτυξη αναφέρεται πρωτίστως στην ανάγκη αποσύνδεσης του στόχου της κοινωνικής ευημερίας από τον στόχο της οικονομικής μεγάθυμης, της αύξησης δηλαδή του ΑΕΠ. Η πρόταση της από-ανάπτυξης είναι απλή. Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα χωρίς να χρειάζεται να παράγουμε ή να καταναλώνουμε όλο και περισσότερο.
Ακόμα πιο ριζοσπαστικά, η από-ανάπτυξη προτείνει μια ανάστροφη διαδικασία απο-μεγέθυνσης, ή σμίκρυνσης αν θέλετε, της οικονομίας, δηλαδή ελάττωσης της συνολικής παραγωγής και της συνολικής κατανάλωσης. Η διαδικασία αυτή είναι απαραίτητη, όπως θα εξηγήσω, αν θέλουμε να αποφύγουμε την οικολογική καταστροφή. Και αν την διαχειριστούμε σωστά, η απο-ανάπτυξη όχι μόνο δεν θα οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, αλλά μπορεί και να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής μας.
Ο όρος απο-ανάπτυξη μεταφράζει στα ελληνικά το γαλλικό décroissance, ή το αγγλικό de-growth, όρος ο οποίος πρωτοεισήχθη από τους οικονομολόγους Jacques Grinevald του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, και Serge Latouche του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Ο τελευταίος έχει γράψει σειρά δημοφιλέστατων βιβλίων πάνω στο θέμα και πολλά άρθρα στην Γαλλική και Διεθνή έκδοση της Le Monde.
Στην Γαλλία, και κατά δεύτερο λόγο στην Ιταλία και την Ισπανία, έχουν γεννηθεί κινήματα πολιτών τα οποία σήμερα αριθμούν χιλιάδες μέλη και τα οποία εργάζονται και εφαρμόζουν καθημερινά, μακριά από ακαδημαϊκές συζητήσεις, την ιδέα της από-ανάπτυξης. Τα κινήματα αυτά έχουν ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη δικτύων ανταλλαγών και κοινοτικών νομισμάτων, κοινόκτητων οικισμών και οικολογικών καταλήψεων, κοινόκτητων συστημάτων επιδιόρθωσης ποδηλάτων ή χρήσης αυτοκινήτων, συνεταιριστικών τραπεζών, αγροτοσυνεταιρισμών βιολογικών προϊόντων και οικολογικών αυτό-διοικούμενων βιοτεχνιών.
Το μήνυμα της απο-ανάπτυξης δεν είναι απλά ότι πρέπει να καταναλώνουμε λιγότερο. Ανατρέποντας το τοτέμ της οικονομικής ανάπτυξης, η από-ανάπτυξη μας καλεί να επανακτήσουμε την οικονομία από τα χέρια των ειδικών. Να επανα-πολιτικοποιήσουμε δηλαδή την δημόσια συζήτηση για το τι οικονομία θέλουμε και για ποιο σκοπό.
3. Αιτιολόγηση: γιατί να από-αναπτυχθούμε;
Επειδή η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη. Δεν είναι βιώσιμη οικολογικά, δεν είναι βιώσιμη κοινωνικά, δεν είναι βιώσιμη ούτε καν οικονομικά. Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης είναι ένα οξύμωρο το οποίο πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
Πρώτον, γιατί δεν είναι οικολογικά βιώσιμη η ανάπτυξη; Σας παραθέτω απλούς υπολογισμούς, από ένα άρθρο του καθηγητή Tim Jackson στο περιοδικό New Scientist. Ας υποθέσουμε, γράφει ο Jackson έναν παγκόσμιο πληθυσμό εννέα δισεκατομμυρίων το 2050, ο οποίος θα έχει επιτύχει ένα εισόδημα ίσο με αυτό του μέσου Ευρωπαίου. Ας υποθέσουμε επίσης για την Ευρώπη μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2%, ίσο δηλαδή με αυτόν πριν από την κρίση. Αν θέλουμε η συγκέντρωση των αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα να μην ξεπεράσει το κατώτατο όριο που έθεσαν οι επιστήμονες για να αποφύγουμε την κλιματική καταστροφή, θα πρέπει έως το 2050, το 98% της οικονομικής παραγωγής να βασίζεται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ακόμα και στο πιο αισιόδοξο τεχνολογικά και πολιτικά σενάριο, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Τα τελευταία 20 χρόνια, και με όλη την υποτιθέμενη προσοχή στο περιβάλλον και την βιώσιμη ανάπτυξη, όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν οι εκπομπές των ρύπων, στον αναπτυσσόμενο κόσμο αλλά και στην Ευρώπη και την Αμερική. Η όποια τεχνολογική πρόοδος επισκιάστηκε μακράν από τη ραγδαία συνολική αύξηση στην κατανάλωση.
Αν θέλουμε να αποφύγουμε την καταστροφή, οφείλουμε να ελέγξουμε την ανάπτυξη. Φέτος, με την διεθνή οικονομική ύφεση είναι η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία, όπου οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα φαίνονται να μειώνονται. Κι όμως κάνουμε ότι μπορούμε για να αντιστρέψουμε τη κατάσταση και να αρχίσουμε ξανά να καταναλώνουμε και να παράγουμε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Τα Κράτη μπροστά στο φάσμα της ανεργίας, θυμήθηκαν τον Κέυνς, και αυξάνουν τις δημόσιες δαπάνες, ρίχνοντας χρήμα στην αγορά. Χρήμα για να αλλάξουν τα νοικοκυριά το παλιό τους αυτοκίνητο. Χρήμα για να αγοραστούν τα χιλιάδες σπίτια και εξοχικά που μένουν απούλητα. Με ένα σμπάρο, οι πολιτικές του Κέυνς υπόσχονται δυο τρυγόνια. Και οι εργάτες, στις αυτοκινητοβιομηχανίες και τις οικοδομές δεν θα χάσουν την δουλειά τους, και θα έχουν χρήματα για να αρχίσουν να καταναλώνουν τονώνοντας την αγορά.
Ο Κέυνς, όπως ο ίδιος έλεγε, ενδιαφερόταν μόνο για το αύριο. Μία από τις γνωστές του ρήσεις ήταν ότι «μακροπρόθεσμα, όλοι θα έχουμε πεθάνει». Σήμερα, γνωρίζοντας για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, είναι επιεικώς ανεύθυνο να μην σκεφτόμαστε το μέλλον.
Η οικονομική ανάπτυξη ούτε πιο ευτυχισμένους μας κάνει, ούτε βοηθάει τους φτωχούς. Επανειλημμένες επιστημονικές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ευημερία στις περισσότερες δυτικές χώρες έφτασε το απόγειο της τη δεκαετία του 60 (στην Ελλάδα ίσως λίγο αργότερα). Από τότε έχει μείνει σταθερή ή μειώνεται. Ο διπλασιασμός της οικονομικής ανάπτυξης και η συνακόλουθη περιβαλλοντική επιβάρυνση στις δεκαετίες του 80 και του 90 δεν μας έχει κάνει διόλου πιο ευτυχισμένους. Όταν είσαι πολύ φτωχός, βρήκαν ειδικοί οικονομολόγοι, το λίγο παραπάνω εισόδημα σου επιτρέπει να ικανοποιήσεις βασικές ανάγκες και σε κάνει πολύ πιο χαρούμενο. Από κει και πάνω τα πλούτη δεν κάνουν καμία διαφορά. Έρευνες διακεκριμένων ψυχολόγων δείχνουν ότι δεν είναι τα χρήματα ή η κατανάλωση τα οποία φέρνουν την ευτυχία, αλλά η ικανοποίηση βασικών αναγκών, η αίσθηση κοινότητας, φιλίας και ασφάλειας ή η αναγνώριση από τους άλλους. Το χρήμα είναι ένα άσχημο υποκατάστατο για όλα αυτά.
Επίσης παρά την συνεχιζόμενη ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες στις Δυτικές χώρες, οι κοινωνικές ανισότητες έχουν οξυνθεί. Υπολογίζεται ότι χρειάζονται 166 Ευρώ αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ, για να καταλήξει μόνο 1 ευρώ παραπάνω σε αυτούς στον Τρίτο Κόσμο που ζουν κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας. Αντιθέτως, η απελευθέρωση της κοινωνικής πολιτικής από φανταστικούς περιορισμούς στο όνομα της οικονομικής ανάπτυξης μπορεί να ανοίξει νέες δυνατότητες αναδιανομής του πλούτου. Και η απο-ανάπτυξη στην πλούσια Δύση, θα αφήσει χώρο και πόρους στις αναπτυσσόμενες χώρες να μπορέσουν να αναπτυχτούν τόσο όσο χρειάζεται για να ικανοποιήσουν τις βασικές ανάγκες των πληθυσμών τους.
Τέλος η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι ούτε καν οικονομικά βιώσιμη. Όπως είπε και ο προηγούμενος ομιλητής η αίσθηση ότι αναπτυσσόμαστε οφείλεται στο ψέμα του δείκτη που λέγεται ΑΕΠ και ο οποίος δεν υπολογίζει τα περιβαλλοντικά ή κοινωνικά κόστη, και μετρά τα χρήματα που παν για την απορρύπανση ή τις φυλακές ως ανάπτυξη. Σήμερα αντιμετωπίζουμε κόστη που κουκουλώσαμε στο παρελθόν. Η πρόσφατη κρίση, εν μέρει, έχει να κάνει και με τον πανικό που επικράτησε στις αγορές το 2007 με τα νέα ότι ο ρυθμός άντλησης των αποθεμάτων του πετρελαίου χτυπάει κορυφή. Οι κλιματικές καταστροφές ήδη επηρεάζουν την οικονομία, όπως ο τυφώνας Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη. Στο μέλλον, και αν δεν αποτρέψουμε την κλιματική αλλαγή, φαινόμενα όπως η Κατρίνα θα είναι όλο και συχνότερα, διαβάλλοντας όποια προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης.
Τα επιτόκια στα δάνεια βασίζονται σε εξωπραγματικές προσδοκίες ανάπτυξης. Ουσιαστικά δανειζόμαστε από το μέλλον, με την πίστη ότι θα γινόμαστε πάντα πιο πλούσιοι για να ξεπληρώσουμε το χρέος. Η φούσκα όμως έσπασε. Η φανταστική οικονομία των προσδοκιών ξεπέρασε κατά πολύ την πραγματική οικονομία των περιορισμένων φυσικών και ανθρώπινων πόρων.
Η επιλογή που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι μεταξύ ανάπτυξης και από-ανάπτυξης. Είναι μεταξύ μιας καταστροφικής και ανεξέλεγκτης ύφεσης και μιας ελεγχόμενης και βιώσιμης από-ανάπτυξης.