Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010
Einstein.Βιογραφικά.
Πενήντα χρόνια μετά το φυσικό θάνατο του Αϊνσταϊν η αίγλη και ο θαυμασμός για το επιστημονικό έργο του και την πλούσια σε βιώματα και επιστημονικές και κοινωνικές συγκινήσεις ζωή του παραμένει αναλλοίωτος. O Aϊνσταϊν πέρασε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις, καταγόμενος απο μια χώρα γεμάτη αντιφάσεις. Εζησε και υπεφερε όλη την λαμπρότητα και την αθλιότητα της γερμανικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, όντας συνδιαμορφωτής και αργότερα θύμα του ίδιου δράματος. Η αντιπάθειά του προς την πρωσσική στρατοκρατική παράδοση τον ωδήγησαν, ήδη δεκαπεντάχρονο, να αποφύγει τη στράτευση εγκαταλείποντας τη Γερμανία και καταφεύγοντας στην φιλελεύθερη και ουδέτερη Ελβετία. Παραιτείται απο τη γερμανική του υπηκοότητα, και παραμένει για πέντε χρόνια χωρίς υπηκοότητα, λόγω της αντιπάθειας που τρέφει προς τη γερμανική μιλιταριστική νοοτροπία. Η αποστροφή του προς κάθε μορφή εξουσίας επρόκειτο να τον συνοδεύσει σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Εχοντας ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αισθάνεται λιγότερο γερμανός και περισσότερο ευρωπαίος πολίτης και αργότερα πολίτης όλου του κόσμου, όντας αφιερωμένος στη επιστημονική έρευνα και την υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνης και της δικαιοσύνης. Τη διεθνή αναγνώριση της επιστημονικής του συνεισφοράς, το βραβείο Νόμπελ και τις πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις που δέχτηκε στην πολυτάραχη ζωή του, τις θεώρησε απλώς ως αυξημένη υποχρέωση και ως μια χρήσιμη δυνατότητα για να κερδίσει τους συγχρόνους του για τη φιλοσοφική και πολιτική του ελπίδα για κοινωνική δικαιοσύνη, για αντίσταση και παγκόσμια ειρήνη.
Την ημέρα του θανάτου του, στις 18 Απριλίου του 1955, στο Πρίνστον της Αμερικής, τον διακατείχαν αισθήματα ανησυχίας παρά ελπίδας για την πορεία της Ανθρωπότητας. Η ίδια η Αμερική στο τέλος τον αντιμετώπιζε με μεγάλη καχυποψία. Μετά το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα καλούσε με επίμονο τρόπο όλους τους επιστήμονες να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους και να αναλάβουν το μερίδιο της κοινωνικής τους ευθύνης. Μισούσε την τάση των κυβερνήσεων για όλο και μεγαλύτερη δύναμη και κυριαρχία και προσπαθούσε απεγνωσμένα να προβάλει το όραμά του για μια παγκόσμια ειρηνική διακυβέρνηση και μιαν ορθολογική πολιτική για τα πυρηνικά όπλα και τους εξοπλισμούς. Ζώντας σε δύσκολους καιρούς, στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και του Μακαρθισμού στην Αμερική, δεν έπαψε να υποστηρίζει σθεναρά και με τόλμη τις πεποιθήσεις του, όπως δείχνει και το κείμενο που μεταφράσαμε, απο το πρώτο τεύχος του περιοδικού Monthly Review, το Μάη του 1949 , με τίτλο : « Γιατί ο σοσιαλισμός ; ».
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΟΥ Albert Einstein.
Επιτρέπεται κάποιος που δεν είναι ειδικός στην οικονομία και στα κοινωνικά θέματα να εκφράζει απόψεις για το ζήτημα του σοσιαλισμο ; Πιστεύω πως ναί, για μια σειρά απο λόγους.
Ας εξετάσουμε πρώτα το ερώτημα απο τη σκοπιά της επιστημονικής γνώσης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί οτι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και τα οικονομικά. Οι επιστήμονες και στα δύο πεδία προσπαθούν να ανακαλύψουν νόμους γενικά αποδεκτούς για έναν ορισμένον αριθμό απο φαινόμενα για να κάνουν τη σχέση τους τόσο κατανοητή όσο είναι δυνατόν. Ομως στην πραγματικότητα τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη γενικών νόμων στο πεδίο των οικονομικών έγινε δύσκολη απο το γεγονός οτι τα παρατηρούμενα φαινόμενα συχνά επιρρεάζονται απο πολλούς παράγοντες που είναι δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά. Επιπλέον, η εμπειρία που έχει συσσωρευτεί απο την αρχή της ονομαζόμενης ως «πολιτισμένης περιόδου» της ανθρώπινης ιστορίας έχει, όπως είναι πολύ γνωστό, επιρρεαστεί σε μεγάλο βαθμό και έχει περιοριστεί απο αίτια που δεν έχουν με κανένα τρόπο αποκλειστικά και μόνο οικονομική φύση. Παραδείγματος χάριν τα περισσότερα μεγάλα κράτη της ιστορίας ώφειλαν την ύπαρξή τους σε κατακτήσεις. Οι κατακτητικοί λαοί επέβαλαν τον εαυτό τους νομικά και οικονομικά ως την προνομιούχα τάξη των κατακτημένων χωρών. Κράτησαν το μονοπώλιο της γαιοκτησίας και όρισαν ένα ιερατείο απο τις τάξεις τους. Το ιερατείο, ελεγχοντας την εκπαίδευση, μετέτρεψε την διαίρεση σε τάξεις σε μόνιμο θεσμό και δημιουργησε ένα σύστημα αξιών με το οποίο οι άνθρωποι στο εξής, σε μεγάλο βαθμό ασυνείδητα, καθόριζαν την κοινωνική τους συμπεριφορά.
Ομως η ιστορική παράδοση, είναι κατά κάποιο τρόπο, παρωχημένη. Πουθενά δεν έχουμε στην πραγματικότητα ξεπεράσει αυτό που ο Thorstein Veblen ονόμασε « αρπακτική φάση» της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα οικονομικά δεδομένα που παρατηρούμε ανήκουν σ’αυτή τη φάση και επιπλέον οι νόμοι που μπορούμε να συναγάγουμε απο αυτά δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε άλλες περιόδους. Αφού ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού έγκειται ακριβώς στην υπέρβαση και την πρόβαση πέρα απο την αρπακτική φάση της ανθρώπινης εξέλιξης, η οικονομική επιστήμη στην τωρινή της κατάσταση μπορεί να ρίξει πολύ λίγο φώς στην σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερον, ο σοσιαλισμός προσανατολίζεται σε ένα κοινωνικό - ηθικό σκοπό. Η επιστήμη, εν τούτοις, δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει σκοπούς, και πολύ λιγότερο, να τους εμφυτεύσει σε ανθρώπινα όντα. Η επιστήμη, το πολύ πολύ, μπορεί να προμηθεύσει τα μέσα για την επίτευξη κάποιων σκοπών. Ομως οι ίδιοι οι σκοποί συλλαμβάνονται απο προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και - αν αυτοι οι σκοποί δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, αλλά είναι ζωτικοί και σθεναροί - υιοθετούνται και προωθούνται απο εκείνα τα πολυάριθμα ανθρώπινα όντα που, σχεδόν ασυνείδητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.
Γι αυτούς τους λόγους, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν πρόκειται για ανθρώπινα προβλήματα, και να μην υποθέτουμε οτι οι ειδικοί είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται πάνω σε ζητήματα που επιρρεάζουν την οργάνωση της κοινωνίας.
ΔΙΕΘΝΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΝΕΑ (5)
Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010
ΟΙΚΟΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ (5)
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010
ΟΙΚΟΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ (1.6)
ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (6)
Η Ελληνιστική – Ρωμαϊκή Περίοδος (323π.Χ- 330 μ.Χ.)
Στο προηγούμενο κείμενο παρουσιάσαμε τις αποψεις του Θεόφραστου του Λέσβιου για τη φύση και το επιστημονικό του έργο. Ο Θεόφραστος έζησε στο τέλος της κλασσικής αρχαιότητας (371-287 π.Χ.), οταν στον φιλοσοφικό ορίζοντα κυριαρχούσαν η Πλατωνική «Ακαδημεία» και ο Αριστοτελικός «Περίπατος». Εκτός απο τον Θεόφραστο υπήρχαν και οι Στράτων ο Λαμψακινός, ο Δικαίαρχος, και ο Αριστόξενος που συνέχισαν τις έρευνες σε θέματα φιλοσοφικά και φυσικής φιλοσοφίας. Αργότερα οι περιπατητικοί φιλόσοφοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις περίφημες Σχολές της Αλεξάνδρειας, της Ρόδου, της Αντιόχειας και της Περγάμου, στα μεγάλα κέντρα του ελληνιστικού πολιτισμού. Εκεί άνθισαν τα Μαθηματικά, η Μηχανική επιστήμη, η Γεωγραφία, η Φυσική και άλλοι επιστημονικοί κλάδοι. Ονόματα όπως ήταν του Ευκλείδη, του Αρχιμήδη, του Ιππαρχου και του Πτολεμαίου εκπροσωπούσαν τα κατορθώματα της επιστημονικής σκέψης αυτής της περιόδου.
Ο κόσμος που διαμορφώθηκε μετά το θάνατο του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, χαρακτηρίστηκε απο μια μείξη λαών και πολιτισμών, που μετέτρεψε την πνευματική ζωή δίνοντας της έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. Αργότερα η πολιτική κατάρρευση της Ελλάδας επρόκειτο να αλλάξει τις συνθήκες της ζωής των ανθρώπων που αναζητούσαν σε ατομικό επίπεδο νόημα και αξίες για να στηριχτούν σε ένα ταραγμένο, χαοτικό κοινωνικό πλαίσιο. Δεν είναι επομένως περίεργο ότι και στη φιλοσοφία έρχονται στο επίκεντρο της συζήτησης θέματα Ηθικής και Πρακτικής φιλοσοφίας. Η νέα φιλοσοφία συγγενεύει με την Σωκρατική και εκπροσωπείται απο τρείς μεγάλες σχολές σκέψης.: Το Στωικισμό, τον Επικουρισμό και τον Σκεπτικισμό.
Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε παρουσιάσει τις βασικότερες θέσεις της Στωικής φιλοσοφίας για τη φύση, κάτω απο το κεντρικό μοτίβο της «ζωής σε αρμονία με τη φύση». Θα προσπαθήσουμε τώρα να δώσουμε, με συντομία, τα κεντρικά σημεία της φιλοσοφικής σκέψης του Επίκουρου και του Σκεπτικισμού για να περάσουμε, στο επόμενο αφιέρωμα, στη Μεσαιωνική φιλοσοφική σκέψη.
Ο Επίκουρος (341-270 π.Χ.), γεννήθηκε στη Σάμο και σπούδασε στην Αθήνα όπου παρακολούθησε τις διδασκαλίες τόσο της «Ακαδημείας» του Πλάτωνα όσο και του «Λυκείου», της σχολής του Αριστοτέλη. Σε ηλικία τριάντα χρονών άρχισε ο ίδιος να διδάσκει για να ιδρύσει στη συνέχεια τη δική του σχολή τον περίφημο «Κήπο». Ο Επίκουρος ακολουθεί την εμπειρική παράδοση του Αριστοτέλη και ανανεώνει παράλληλα την παλιά παράδοση της Ιωνικής φιλοσοφίας. Πρότυπά του αποτέλεσαν ο Εμπεδοκλής, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος. Στο σύμπαν της «Ατομικής φιλοσοφίας» υπάρχουν μόνο δύο πράγματα : τα άτομα και το κενό. Το κενό κρίθηκε αναγκαίο για να εξηγηθεί η κίνηση των υλικών σωμάτων στο χώρο. Τα άτομα είναι αγέννητα και ανώλεθρα, ομοειδή κατά την ουσία τους, διαθέτουν όμως διαφορετικό βάρος, μέγεθος και σχήμα. Απο τα άτομα σχηματίζονται τα διάφορα σύνθετα και φθαρτά όντα. Η φύση είναι άπειρη, αιώνια και υπακούει στο τυχαίο ή μόνο στον εαυτό της. Ακόμη και η ανθρώπινη ψυχή θεωρείται οτι απαρτίζεται απο λεπτά, λεία, στρογγυλά και αδιόρατα, αιθέρια άτομα. Η ψυχή για τον Επίκουρο μετά το θάνατο αφανίζεται και τα άτομά της διασκορπίζονται. Ο Επίκουρος δεν προσπαθεί να περιγράψει ένα κλειστό φυσικό σύστημα. Ο κόσμος γενιέται απο τη δίνη των ατόμων, που προκύπτει απο την κίνηση και την σύγκρουση των ατόμων μεταξύ τους. Ο ατομιστικός υλισμός του προεκτείνει και τροποποιεί τον ατομισμό του Δημόκριτου, υποστηρίζοντας την απροσδιόριστη κίνηση των ατόμων μέσα στο κενό, που επιτρέπει την συνάντηση, τη σύγκρουση μεταξύ τους αλλά συνιστά και την ελευθερία τους. Δεν είναι τυχαία οτι ο Κάρολος Μαρξ, την εποχή που βρισκόταν ακόμη έντονα κάτω απο την επιρροή ττης φιλοσοφίας του Εγελου, γράφει μια φιλοσοφική, διδακτορική διατριβή με θεμα την «Διαφορά της Δημοκρίτειας και Επικούρειας φυσικής φιλοσοφίας». Το ανθρώπινο πνεύμα για τον Επίκουρο είναι ελεύθερο να διαλέξει ανάμεσα σε διάφορες ερμηνείες των φυσικών φαινομένων εκείνη που του επιτρέπει να ζήσει χωρίς φόβο και τις απάτες της δεισιδαιμονίας. Οι θεοί θεωρούνται πλάσματα της φαντασίας των ανθρώπων. Το ιδεώδες της βιοθεωρίας του είναι η «απάθεια» και η ψυχική «αταραξία». Παρόλον ότι ο Επίκουρος υπήρξε πρόσωπο με παραδειγματική εγκράτεια οι εχθροί του προσπάθησαν να σπειλώσουν το όνομά του και να τον παρουσιάσουν ως εκπρόσωπο του χυδαίου ηδονισμού. Η πάλη του ενάντια στις δεισιδαιμονίες και η αθεϊα του αποτελούσε πρόκληση και του δημιούργησε πολλούς εχθρούς, λόγω της αντίστασης του στον κυρίαρχο Ιδεαλισμό.
Ολη η Ηθική του Επίκουρου συνιστούσε σκληρή κριτική της υποκρισίας και του ασκητισμού, της εποχής του. Δεν αρνείται τις φυσικές και αναγκαίες ηδονές που οδηγούν στην ικανοποίηση φυσικών αναγκών και επιφέρουν την ισορροπία στο σώμα που είχε νοιώσει την έλλειψη τους, π.χ. τροφής ή ποτού. Αυτό που προτείνει ο Επίκουρος είναι η αποφυγή της υπερβολής και της ασωτίας. Το πιό μεγάλο αγαθό για το άτομο είναι η ίδια η ζωή, το να γνωρίζει τον τρόπο να παραμένει αυτάρκης, αποφεύγοντας τις ανώφελες υπερβολές. Η φρόνηση θεωρείται το πιό μεγάλο αγαθό επειδή μας διδάσκει πως θα γίνουμε τίμιοι, δίκαιοι και σοφοί. Η αναζήτηση της γνώσης συνοδεύεται απο ευχαρίστηση ενώ η σοφία μας βοηθάει να καταπραϊνουμε τον φόβο του θανάτου, των θεών και των σωματικών πόνων πείθοντας μας οτι το αγαθό και η ευδαιμονία είναι ευκολα προσιτά στον άνθρωπο, με την κατάλληλη άσκηση. Η φιλοσοφία, με τη μελέτη της φύσης, διαλύει τα σκοτάδια της άγνοιας και μας παρηγορεί στις κακοτυχίες της ζωής. Η καταπολέμηση των παθών, η ψυχική ηρεμία και η επιδίωξη άφθαρτων αγαθών επιτρέπει στο σοφό να ζήσει σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους.
Την ίδια φιλοσοφική στάση ζωής προτείνουν ως αντίβαρο στην δυστυχίες της εποχής τους και οι εκπρόσωποι της Σχολής του Σκεπτικισμού, που συνήθως συνδυάζεται με το όνομα του Πύρρωνα απο την Ηλεία (360-270 π.Χ.). Τα φιλοσοφικά δόγματα του Πύρρωνα τα γνωρίζουμε απο όσα έχει διαφυλάξει ο μαθητής του Τίμων ο Φλειάσιος, που έζησε και πέθανε στην Αθήνα (330-240 π.Χ. περίπου). Κατά τους σκεπτικούς η ανθρώπινη γνώση των πραγμάτων είναι αδύνατη, επειδή και οι αισθήσεις μας και ο νους μας απατούν και οι αντιλήψεις μας είναι συχνά υποκειμενικές. Ο έλεγχος της αλήθειας αποβαίνει αδύνατος επειδή για κάθε πράγμα υπάρχουν δυό λόγοι αντίθετοι και ισοδύναμοι μεταξύ τους. Γι αυτό μιλάνε οι σκεπτικοί για «ισοσθένεια των λόγων», για «αφασία», «ακαταληψία» και «εποχή». Κατά τη διατύπωσή τους : «των μεν πραγμάτων διαφωνούντων των δε λόγων ισοσθενούντων αγνωσία της αληθείας επακολουθεί».
Η άποψη οτι ούτε οι αισθήσεις μας ούτε οι κρίσεις μας μπορούν να μας πούν την αλήθεια ωδήγησε συνεχιστές του σκεπτικισμού σε έναν μηδενισμό που έλαβε οντολογική, γνωσιολογική και ηθική μορφή. Παρόλα αυτά ...η ζωή συνεχίζεται, αρκούμενη στην φαινομενικότητα. Αλλοι σκεπτικοί φιλόσοφοι όπως ήταν οι Αρκεσίλαος (315-241) και ο Καρνεάδης (213- 129) δεν αναιρούν εντελώς τη γνώση αποδεχόμενοι οτι μπορούμε να αποφαινόμαστε για τα πράγματα με βαθμούς πιθανότητας. Λίγο αργότερα σκεπτικιστικές απόψεις διατύπωσαν οι Αινησίδημος, Αγρίππας και ο Σέξτος ο Εμπειρικός ( πού έδρασε γύρω στο 180 μ.Χ. ).
Οι αγνωστικιστική αυτή αντιμετώπιση της γνώσης μας για το φυσικό κόσμο επρόκειτο να αναβιώσει μετά την περίοδο της Αναγέννησης, (επειδή οι μεσαιωνικοί χρόνοι χαρακτηρίζονται απο την επικράτηση του φιλοσοφικού δογματισμού) με γνωστότερους εκπροσώπους τους γάλλους : Μοntaigne, Charron και Βayle,.Ο Καρτέσιος εισάγει στη φιλοσοφία την μεθοδική αμφιβολία αντιτασσόμενος στη δογματική φιλοσοφία του Μεσαίωνα. Περισσότερα γιαυτή την περίοδο θα δούμε στο επόμενο .
ΟΙΚΟΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ (1.5)
ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ (5)
Θεόφραστος ο Λέσβιος (371-287 π.Χ.)
Ο Θεόφραστος απο την Ερεσσό της Λέσβου, υπήρξε σύγχρονος του Αριστοτέλη, φίλος και συνεργάτης του στο «Λύκειο», του οποίου ανέλαβε και την διεύθυνση, όταν ο Αριστοτέλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, το 323/322, μετά την επικράτηση των αντιμακεδονικών του αντιπάλων. Αρχικά ο Θεόφραστος θεωρήθηκε ως απλός συνεχιστής του αριστοτελικού έργου. Νεώτερη όμως έρευνα έδειξε τη δύναμη, την πρωτοτυπία και την ανεξαρτησία της σκέψης του και την ιδιαιτερότητα της μεθοδολογίας του κατά τη μελέτη των φυσικών φαινομένων.
Εχει ονομαστεί πατέρας της βοτανικής επιστήμης, ενώ η μελέτη των έργων του, απο τη σκοπιά της Οικολογίας, δείχνει σήμερα το αληθινό του μεγαλείο. Ισως θα του άξιζε να ονομαστεί πατέρας της Οικολογίας, αφού τα μισά απο τουλάχιστον τα βοτανολογικά του γραπτά ασχολούνται με οικολογικές παρατηρήσεις. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες παραγράφους αλλά για μια σταθερή οικολογική προσέγγιση. Ο Θεόφραστος δεν έβλεπε ένα φυτό μεμονωμένο. Ρωτούσε για τις σχέσεις του, ως ζωντανού οργανισμού, με τον ήλιο, το έδαφος και το κλίμα, το νερό και την καλλιέρεγειά του σε σχέση με τα άλλα φυτά και τα ζώα. Στήριζε τις απόψεις του σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και στα πλούσια και ενδιαφέροντα δείγματα που απέστελλε ο Μ.Αλέξανδρος, απο την εκστρατεία του στην Ανατολή.
Απο το πλουσιότατο έργο του έχουν σωθεί μόνο δύο κείμενα βοτανικής, λίγα ακόμη κείμενα που ανήκουν στο χώρο των φυσικών απιστημών, μια συλλογή με τριάντα χαρακτηριολογικούς τύπους και ένα κείμενο με μεταφυσικά ερωτήματα. Στα νεοελληνικά έχουν κυκλοφορήσει (απο τις εκδόσεις «Κάκτος») 11 τόμοι και περιλαμβάνουν 3 τόμους απο το έργο : «Περί φυτών Ιστορίας», 4 τόμους απο το έργο : «Περί φυτών αιτίων», 1 τόμο απο το έργο: «Χαρακτήρες», 1 με φυσικά θέματα (Περί οσμών, Περί ιχθύων, Περι αισθήσεων, Φυσικαί δόξαι, Μετά τα Φυσικά), 1 τόμο με τίτλο : «Περί λιποψυχίας», «Περί κόπων», Περί ιλίγγων», «Περί ιδρώτων»», «Περί παραλύσεως») και ένα τόμο με ένα «Λεξικό φυτών».
Απο τα μικρότερα κείμενα σπουδαίες είναι οι σημειώσεις του Θεόφραστου, απο τα μαθήματά του στο Λύκειο και ιδιαίτερα όσα αναπτύσσει σχετικά με τους ανέμους, τα αίτια της γέννεσης τους, τις «δυνάμεις» και τις «διαφορές» τους, ανάλογα με την αφετηρία τους, την περιεκτικότητά τους σε υγρασία, τη θερμότητα και την εποχή του έτους. Πολύ ενδιαφέρουσες είναι οι παρατηρήσεις του για την επίδραση των τοπικών και γεωμορφολογικών ιδιαιτεροτήτων για την ισχύ και τη συμβολή των ανέμων στη βροχόπτωση και την ανάπτυξη των διαφόρων φυτών.
Πολύ πρωτοποριακές είναι οι περιγραφές και οι ερμηνείες των ιδιαιτεροτήτων των διαφόρων πετρωμάτων και του εδάφους. Γίνονται αναφορές στις ιδιότητες των λίθων να διαλύονται ή να σκληραίνουν με την έκθεσή τους στο πύρ, περιγράφονται πολύτιμοι λίθοι και οι διάφορες χρήσεις τους καθώς και οι δυνατότητες μετατροπής τους σε εργαλεία. Ενδεικτικά αξίζει να αναφέρουμε οτι οι σύγχρονοι μας ορυκτολόγοι θεωρούν τον Θεόφραστο ως τον ιδρυτή της επιστήμης τους.
Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις του Θεόφραστου για το πύρ, την προέλευσή του, τις ιδιαιτερότητές του, τη σχέση του με τη θερμότητα, τη «φθορά»του (σβύσιμο), τις διάφορεες μορφές της θερμότητας, το χρώμα και τη μορφή της φλόγας, τον καπνό και τη σχέση του με την υποκειμένη ύλη και την υγρασία.
Απο τα διάφορα αποσπάσματα των έργων του Θεόφραστου που έχουν διασωθεί έχει καταβληθεί προσπάθεια, απο γερμανούς κυρίως φιλολόγους και ιστορικούς της επιστήμης, ανάπλασης των βασικών του θέσεων για τη φύση γενικά. Τα δύο πρώτα κεφάλαια των παραδόσεων του «Περί φύσεως» εξετάζουν γενικά ερωτήματα σχετικά με την ύλη, τη μέθοδο και την αξία της γνώσης μας για τον φυσικό κόσμο. Η φυσική του Θεοφράστου δεν περιορίζεται στην υποσελήνια περιοχή αλλά έχει ως αντικείμενο ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβάνοντας δηλαδή και τον ουρανό. Θεμέλιο και αφετηρία των φυσικών του ερευνών αποτελεί η αισθητηριακή αντίληψη και η παρατήρηση των φαινομένων. Εν προκειμένω είναι δυνατές δύο μεθοδολογικές προβάσεις. Η θα πρέπει να διαπιστώσουμε και να κατανοήσουμε τα φαινόμενα ή με αφετηρία τα φαινόμενα να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τις «αρχές « τους, εφ’ όσον υπάρχουν τέτοιες. ή έρευνα μας δηλαδή θα διαπιστώσει τις «διαφορές» ή θα αναζητήσει την «αιτιολογία» τους. Οπως το διατυπώνει ο ίδιος σε ένα απόσπασμα των Μεταφυσικών του : «η γαρ αίσθησις και τας διαφορά θεωρεί και τας αιτίας ζητεί ».
Το θέμα της αναζήτησης των αρχών παραπέμπει στις αναλύσεις της Μεταφυσικής ή Πρώτης Φιλοσοφίας, η οποία, όπως και στον Αριστοτέλη, έχει ως αντικείμενο την εξέταση «των πρώτων αρχών και των αιτίων των όντων». Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη του Θεόφραστου οτι η δύναμη του ήλιου αποτελεί την αιτία της κίνησης και των αλλοιώσεων της θερμοκρασίας καθώς και της κίνησης των ανέμων, που παρατηρούμε στη φύση. Ο Θεόφραστος διατυπώνει διαφοροποιημένες απόψεις επάνω σε θεμελιακές έννοιες της φυσικής, όπως είναι οι έννοιες του «τόπου» και του «χρόνου».
Οπως στα φυτά, στα ζώα και στα άψυχα παρατηρείται μια ταξινομημένη σχέση των μερών προς το όλον, είναι δυνατόν, λέει ο Θεόφραστος, με τη βοήθεια αυτού του χαρακτηριστικού, να νοήσουμε όλον τον κόσμο, ως μιαν ενότητα, ως ένα εύτακτο πλέγμα σχέσεων. Στις «Παραδόσεις» του για τον ουρανό, τον χαρακτηρίζει ως έμψυχο και θείο. Αν είναι θείος, λέει, και εμφανίζει άριστη διαγωγή θα πρέπει να είναι έμψυχος. Ενδιαφέρουσεες είναι οι παρατηρήσεις του σχετικά με την επίδραση της κίνησης των ουρανίων σωμάτων επάνω στα ζώα και στα φυτά. Υποστηρίζει και αυτός, όπως ο Αριστοτέλης, τη θεωρία για την αιωνιότητα του κόσμου, που την στηρίζει σε ένα άφθαρτο και αναλλοίωτο πέμπτο σώμα, το «κυκλοφορητικό», αντι για τον «αιθέρα» του Αριστοτέλη.
Για τον Θεόφραστο η ουράνια και επίγεια περιοχή είναι μεν χωρικά απομακρυσμένες όμως μετέχουν της ίδιας φύσης και έχουν την ίδια ουσία. Τόσο εδώ όσο και εκεί ισχύουν οι ίδιοι νόμοι της φυσικής. Η αιωνιότητα του κόσμου δεν βασίζεται σε μιαν αναλλοίωτη, υπερβατική ύλη αλλά σε μια σπουδαία επιστημονιοκή γνώμη που υποστηρίζει τη διατήρηση της ύλης και των δυνάμεων της φύσης, που βρίσκονται σε ανταλλλαγή και αλληλεπίδραση. Τον γαλαξία δεν τον θεωρεί φαινόμενο που οφείλεται δτην σύνθεση της ατμόσφαιρας, όπως ισχυριζόταν ο Αριστοτέλης, αλλά τον αποδίδει στη «συμβολή των δύο ημισφαιρίων» και οφείλεται στην μεγάλη απόσταση του ουρανού και των απλανών αστέρων.
Πολύ ενδιαφέρουσες και πρωτοποριακές για την εποχή του είναι και οι παρατηρήσεις και προσπάθειες εξήγησης πολλών ουράνιων φαινομένων. Απο την ανάμειξη και αμοιβαία επίδραση των δυνάμεων των «απλών σωμάτων», των «στοιχείων» (αέρα, νερού,γής και πυρός) εξηγούνται τα φαινόμενα της βροντής, της αστραπής, του κεραυνού, της βροχής, του χιονιού, του χαλαζιού, των ανεμοστροβιλων και των τυφώνων. Εχουν διασωθεί αποσπάσματα εξηγήσεων που είχε δώσει για τους σεισμούς και τα ηφαίστεια. Πολύ ενδιαφέρουσες είναι και οι υδρολογικές του παρατηρήσεις. Δεν αναφέρεται «περί υδάτων» γενικά αλλά και για τα είδη των υδάτων, τις διαφορές και τις δυνάμεις τους. Για το νερό της θάλασσας αναφέρει ως «αιτία της αλμυρότητας» την «υποκειμένη γή». Δεν λείπουν και παρατηρήσεις «περί μετάλλων» και ορυκτών.
Παρά τον κατακερματισμένο και αποσπασματικό χαρακτήρα των έργων και των σημειώσσεων απο τα μαθήματα φυσικής, που έδωσε ο Θεόφραστος, κατά τα δεκαπέντε τελευταία χρόνια της ζωής του, περίπου εικοσι πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Αριστοτέλη, ο αναγνώστης μένει βαθειά εντυπωσιασμένος απο το τεράστιο και συστηματικό έργο του Θεόφραστου, που επιχείρησε να επικαιροποιήσει το σώμα της Αριστοτελικής φυσικής.